13ος 14ος Μισθός Ομιλία Μέλους ΔΣ Ένωσης Διοικητικών Δικαστών που πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2025 στην Παλαιά Βουλή
Απομαγνητοφωνημένη η ομιλία του Μέλους ΔΣ Ένωσης Διοικητικών Δικαστών
Παναγιώτα Ντέκα Μέλος ΔΣ Ένωσης Διοικητικών Δικαστών
Καλησπέρα και
Ευχαριστώ για την τιμητική πρόσκληση να συμμετάσχω στη σημερινή επετειακή εκδήλωση για την επαναφορά του 13ου και 14ου μισθού στο δημόσιο.
Τα επιδόματα εορτών γνωστά ως δώρο Χριστουγέννων και δώρο Πάσχα μαζί με το επίδομα αδείας καταβάλλονταν σταθερά μέχρι το 2012 ως αναπόσπαστο κομμάτι των συνολικών αποδοχών των εργαζομένων του ιδιωτικού και του δημοσίου τομέα και δεν συνιστούν φιλοδώρημα αλλά δικαίωμα που απορρέει από την εργασία τους.
Η ιστορία αυτών των παροχών χρονολογείται από την εποχή της τουρκοκρατίας.
Το 1822 ο Κωνσταντίνος Τόμπρας εκπρόσωπος των δικογράφων ζήτησε προς το υπουργείο οικονομικών χρηματική ενίσχυση για τις ανάγκες του Πάσχα αναφέροντας χαρακτηριστικά:
“ότι έφτασαν του Πάσχα εορτάσιμοι ημέραι και θέλουμε να αγοράσωμεν άλλος παπούτσια άλλος τζουράπια και άλλος άλλο τι”
Το δώρο συνιστούσε μια συμπλήρωση του μισθού για να καλυφθούν αυξημένες εποχικές ανάγκες των εργαζομένων όπως η αγορά τροφίμων ρουχισμού και καυσίμων.
Το Δεκέμβριο του 1925 για πρώτη φορά οι συνδικαλιστές διατύπωσαν το αίτημα για 13ο μισθό.
Ενώ δύο χρόνια αργότερα τον Δεκέμβριο του 1927 οι δημόσιοι υπάλληλοι απήργησαν με αίτημα την καταβολή ενός ολόκληρου μισθού για τις γιορτές των Χριστουγέννων.
Οι παροχές επ ’ευκαιρία των εορτών του Χριστουγέννων και του Πάσχα χορηγήθηκαν αρχικά στον ιδιωτικό τομέα από τους εργοδότες οικειοθελώς και
- ως έθιμο σε είδος ή σε χρήμα
- στη συνέχεια με επαναλαμβανόμενες κατ ’έτος υπουργικές αποφάσεις
- και μετά με το νομοθετικό διάταγμα 3239 του 1955 με συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή διαιτητικές αποφάσεις.
Στο δημόσιο τα επιδόματα εορτών αναγνωρίστηκαν υπέρ των δημοσίων υπαλλήλων με τον αναγκαστικό νόμο 1502 του 1950 ενώ με το νόμο 1811 του 1951 καθιερώθηκε και το επίδομα αδείας.
Αντίστοιχες ρυθμίσεις περιέλαβε και
- το διάταγμα 4549 του 1966
- ο υπαλληλικός κώδικας και
- οι νόμοι
- 1505 του 1984,
- 2470 του 1997 και
- 3205 του 2003
Με την έναρξη των μνημονιακών περικοπών δημοσιεύθηκε ο νόμος 3833 του 10 με τις διατάξεις του οποίου επιβλήθηκε αναδρομική μείωση των επιδομάτων εορτών και αδείας κατά 30%, για τους υπηρετούντες με οποιαδήποτε σχέση εργασίας στο στενό ή ευρύτερο δημόσιο τομέα.
Ακολούθως με τις διατάξεις του νόμου 3845/10 αποσυνδέθηκε το ύψος των επιδομάτων εορτών και αδείας από το βασικό μισθό προβλέφθηκε για καθένα από τα επιδόματα αυτά ένα πάγιο και εκ των προτέρων καθορισμένο ποσό
- 500€ για το επίδομα εορτών Χριστουγέννων και
- από 250€ για τα επιδόματα εορτών Πάσχα και αδείας αντίστοιχα
ενώ θεσπίστηκε μέγιστο όριο συνολικών αποδοχών για την επιτρεπτή καταβολή τους.
Τέλος με το νόμο 4093 του 12 καταργήθηκαν πλήρως από 01/01/2013 τα επιδόματα εορτών και αδείας για όλους τους λειτουργούς και υπαλλήλους που αμείβονται από το δημόσιο ταμείο.
Με τις 1307 έως 1316 του 2019 αποφάσεις της ολομέλειας του συμβουλίου της επικρατείας έγινε δεκτό κατά πλειοψηφία ότι η κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας για τους δημόσιους υπαλλήλους και λειτουργούς δικαιολογείται για λόγους δημοσίου συμφέροντος και συγκεκριμένα τη διασφάλιση της δημοσιονομικής εξυγίανσης και μείωσης των δημοσίων δαπανών της χώρας και την εξασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας της ζώνης του ευρώ.
Κατά συνέπεια το ανώτατο δικαστήριο έκρινε ότι οι ανωτέρω περικοπές δεν αντίκειται στο σύνταγμα ούτε στην ΕΣΔΑ δεδομένου ότι αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων ακόμα και μετά την κατάργηση των επιδομάτων αυτών εξασφάλιζαν ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης τόσο σε σχέση με όσους διαβιούσαν στα όρια της φτώχειας όσο και με όσους απασχολούνταν στον ιδιωτικό τομέα με τον κατώτατο βασικό μισθό και ημερομίσθιο
Η νομολογία του συμβουλίου της επικρατείας αναβίβασε τη δημοσιονομική σταθερότητα σε εξονομικό παράγοντα προς τον οποίο οφείλεται πιστή συμμόρφωση και σεβασμός από τα δικαστήρια
Ωστόσο μετά την είσοδο της χώρας στη μέτα-μνημονιακή εποχή η διατήρηση της κατάργησης των επιδομάτων εορτών και αδείας και η συνεχιζόμενη παράλειψη επαναφοράς τους στερείται οποιασδήποτε δικαιολογητικής βάσης.
Σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες που βίωσαν παρόμοιες οικονομικές κρίσεις όπως στην Ισπανία και την Πορτογαλία τα επιδόματα επανήλθαν μετά την ανάκαμψη.
Η άρνηση της κυβέρνησης να αποκαταστήσει την ιστορική αυτή κατάκτηση των εργαζομένων δεν έχει δημοσιονομικό έρεισμα.
Σύμφωνα με τη Eurostat το ΑΕΠ σημείωσε αύξηση κατά 2% το έτος 2023 ενώ οι χειμερινές προβλέψεις της ευρωπαϊκής επιτροπής επιβεβαιώνουν την ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας εκτιμώντας το ρυθμό ανάπτυξης στο 2,1% με 2,3% την τριετία 2024 με 2026 σε σχέση με ρυθμό 0,8% με 1,6% για την ευρωζώνη
Παράλληλα όμως σύμφωνα πάλι με τη Eurostat το 2023 ο μέσος μισθός στην Eλλάδα βρισκόταν στην τρίτη θέση από το τέλος μεταξύ των χωρών της ευρωπαϊκής ένωσης ξεπερνώντας μόνο τη Bουλγαρία και την Oυγγαρία.
Σε μία περίοδο που ο πληθωρισμός καλπάζει και οι ανατιμήσεις στα προϊόντα πρώτης ανάγκης το κόστος στέγασης το ρεύμα και τα καύσιμα έχουν αγγίξει πρωτοφανή υψηλά επίπεδα η επαναφορά των επιδομάτων εορτών και αδείας θα μπορούσε να συμβάλλει στην κάλυψη των βασικών αναγκών και την ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης των δημοσίων υπαλλήλων οι οποίοι έχουν υποστεί διαδοχικές μειώσεις τους μισθούς τους την τελευταία δεκαετία.
Eπίσης τα επιδόματα εορτών ενθαρρύνουν την κατανάλωση κατά τις εορταστικές περιόδους ενισχύοντας έτσι τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις που στηρίζονται σε αυτές τις περιόδους για σημαντικό μέρος του τζίρου τους.
Εξάλλου στον ιδιωτικό τομέα ο 13ος και 14ος μισθός εξακολουθούν να καταβάλλονται και να διατηρούν τη σημασία τους ωα θεμελιώδες στοιχείο της μισθολογικής πολιτικής δημιουργώντας ένα αίσθημα αδικίας στους εργαζόμενους του δημοσίου.
Οι πρόσφατες εξαγγελίες της κυβέρνησης σύμφωνα με τις οποίες από το 2025 ο κατώτατος μηνιαίος μισθός τον ιδιωτικό τομέα εξισώνεται με τον κατώτατο στο δημόσιο προκαλούν αρνητική εντύπωση στο βαθμό που δεν λαμβάνουν υπόψη ότι οι δημόσιοι πάλι λαμβάνουν δύο μισθούς λιγότερους.
Οι νομικές πρωτοβουλίες που έχουν ληφθεί από δικαστικούς λειτουργούς και υπαλλήλους τονίζουν την επιτακτική ανάγκη για την μισθολογική αποκατάσταση των δικαιωμάτων το μισθοδοτούμενων από το δημόσιο τομέα.
Ειδικότερα δικαστικοί λειτουργοί έχουν ήδη ασκήσει αγωγές κατά του δημοσίου υποστηρίζοντας ότι η περικοπή των ως άνω επιδομάτων για τους δικαστικούς λειτουργούς και υπαλλήλους του δημοσίου και του ευρύτερου δημοσίου τομέα παραβιάζει τα άρθρα 2,5, 21 και 25 του Συντάγματος καθώς και την Ευρωπαϊκή σύμβαση δικαιωμάτων του ανθρώπου παράλληλα η ΑΔΕΔΥ πρόσφατα ζήτηση από το συμβούλιο της επικρατείας στη διεξαγωγή πρότυπης δίκης για να κριθεί η συνταγματικότητα της διατήρησης της κατάργησης των επιδομάτων εορτών και αδείας στο δημόσιο που έλαβε χώρα με το νόμο 4093/12
Όπως έγινε δεκτό και από την μειοψηφία των 1307 με 1316 του 2019 αποφάσεων του ΣτΕ ούτε στην αιτιολογική έκθεση του νόμου 4093/12 ούτε στις προπαρασκευαστικές εργασίες ψήφισης αυτού περιέχεται σε σχέση με την κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας οποιαδήποτε ειδικότερη αναφορά εκτίμηση ή άλλη αιτιολογία για την κατάργησή τους η οποία πάντως ήταν ιδιαίτερα επιβεβλημένη δεδομένο ότι πρόκειται για παροχές οι οποίες όπως δηλώνεται στην ονομασία τους και συνάγεται ότι από τη μακρά ιστορική τους επιβίωση από το 1950 και εφεξής συνδέονται αμέσως με την προστατευόμενη από το σύνταγμα κοινωνική και οικογενειακή ζωή όπως αυτή έχει διαμορφωθεί στην ελληνική πραγματικότητα τα τελευταία τουλάχιστον 60 χρόνια.
Εξάλλου οι επίμαχες καταργήσεις δεν μπορούν να δικαιολογηθούν μόνο για το λόγο ότι αποτελούν τμήμα ενός ευρύτερου τμήματος δημοσιονομικής προσαρμογής που περιέχει δέσμη μέτρων για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας διότι η προϋπόθεση αυτή αποτελεί αναγκαίο όχι όμως και επαρκεί όρο για τη συνταγματικότητα των εν λόγω περικοπών.
Στη σημερινή συγκυρία πέντε χρόνια μετά τη δημοσίευση των ανωτέρω αποφάσεων της ολομέλειας του συμβουλίου της επικρατείας η νομική διεκδίκηση του δίκαιου αιτήματος της επαναφοράς του 13ου και 14ου μισθού εδράζεται σε νέα επιχειρήματα.
Ειδικότερα μπορεί να υποστηριχθεί η ότι η μακροχρόνια αδιάλειπτη και αναγνωρισμένη από το νομοθέτη χορήγηση των επιδομάτων αδείας και εορτών στους δημοσίους υπαλλήλους συνηγορεί υπέρ της ύπαρξης ενός υφιστάμενου σχετικού κοινωνικού δικαιώματος και κατ επέκταση ενός κοινωνικού κεκτημένου των δημοσίων υπαλλήλων επί των εν λόγω παροχών τις οποίες ο κοινός νομοθέτης δεν έχει την ευχέρεια να καταργήσει πλήρως ούτε να περιορίσει αυθαίρετα.
Επιπλέον ο περιορισμός ενός δικαιώματος οφείλει εκτός από ποσοτικώς να είναι και χρονικώς προκειμένου να κριθεί συμβατός με την αρχή της αναλογικότητας.
Σύμφωνα με την απόφαση του ΕΔΔΑ Savickas κατά Λιθουανίας τα δημοσιονομικά διαθρωτικά μέτρα που επιβάλλονται για την αντιμετώπιση μιας οικονομικής κρίσης οφείλουν να είναι προσωρινά και να διαρκούν όσο η κρίση.
Σήμερα που η χώρα διανύει το 12ο έτος από τη λήψη των μέτρων αυτών ο σκοπός διάσωσης της από μία άτακτη χρεοκοπία δεν εμφανίζεται πλέον με την ίδια επιτακτική ανάγκη ως εκ τούτου η πλήρης κατάργηση της χορήγησης των επιδομάτων εορτών και αδείας και ιδίως η διατήρησή της κατά τα τελευταία έτη έως και σήμερα αντίκειται στη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας.
Εξάλλου οι παροχές αυτές συνδέονταν από τη φύση τους και εν όψει του νομοθετικού λόγου της θέσπισής τους με τις αυξημένες ανάγκες που ανακύπτουν κατά τις εορταστικές περιόδους και κατά την περίοδο των θερινών διακοπών.
Υπό το πρίσμα αυτό εφόσον ο δικαιολογητικός λόγος χορήγησης των επίμαχων επιδομάτων είναι κοινός για το σύνολο των εργαζομένων αδιακρίτως του δεσμού απασχόλησης τους η κατάργηση των επιδομάτων αυτών μόνο για τους δημοσίους υπαλλήλους και λειτουργούς τη στιγμή που οι εν λόγω παροχές συνεχίζουν να χορηγούνται αδιαλείπτως στους εργαζομένους του ιδιωτικού τομέα αντίκειται και στη συνταγματική αρχή της ισότητας.
Άλλωστε σύμφωνα με τις αρχές της κοινωνικής αλληλεγγύης και της ισότητας στα δημόσια βάρη δεν είναι επιτρεπτό η επιβάρυνση από τα μέτρα που ελήφθησαν για την αντιμετώπιση μιας παρατεταμένης οικονομικής κρίσης να κατανέμεται και να διατηρείτε για μακρό χρονικό διάστημα σε βάρος συγκεκριμένων κατηγοριών πολιτών όπως είναι οι μισθοδοτούμενοι από το δημόσιο διακυβεύοντας το αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης τους ενόψει μάλιστα της ραγδαίας ακρίβειας που πλήττει τη χώρα μας.
Μια εργασιακή κατάκτηση που ιστορεί περί τους δύο αιώνες και η οποία αποσκοπούσε στην ικανοποίηση συγκεκριμένων αναγκών των εργαζομένων δεν μπορεί να θεωρείται οριστικά απολεσθείσα.
Η αποκατάσταση των εν λόγω παροχών θα ενισχύσει την κατανάλωση και την κοινωνική συνοχή ενώ παράλληλα θα συμβάλλει στην δημιουργία ενός πιο δικαίου εργασιακού περιβάλλοντος αποκαθιστώντας την ισότητα μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.
Οι δικαστικές ενώσεις μαζί με συνδικαλιστικούς και επαγγελματικούς φορείς του δημοσίου ενώνουν τις φωνές τους για την δυναμική διεκδίκηση των εν λόγω κατακτήσεων που διασφαλίζουν την αξιοπρέπεια των εργαζομένων και την κοινωνική δικαιοσύνη
Ο αγώνας μας θα δικαιωθεί
Ευχαριστώ
13ος 14ος Μισθός Ομιλία Μέλους ΔΣ Ένωσης Διοικητικών Δικαστών που πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2025 στην Παλαιά Βουλή