13ος 14ος Μισθός Ομιλία Νομικού Συμβούλου ΑΔΕΔΥ

13ος 14ος Μισθός Ομιλία Νομικού Συμβούλου ΑΔΕΔΥ που πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2025 στην Παλαιά Βουλή

Απομαγνητοφωνημένη η ομιλία της Νομικού Συμβούλου της ΑΔΕΔΥ Παναγοπούλου Μαργαρίτας

Ευχαριστώ πάρα πολύ την ΑΔΕΔΥ για την τιμητική πρόσκληση όπως και

όλους σας για την τιμητική παρουσία σας και να ευχηθώ σε όλους καλή χρονιά με υγεία για εσάς και τις οικογένειές σας

Ξεκινάω, αλλάζω λίγο τη σειρά, γιατί είχαμε σήμερα την απάντηση του συμβουλίου της επικρατείας στο αίτημα πρότυπης δίκης που κατέθεσε η ΑΔΕΔΥ.

Έγινε δεκτό το αίτημα πρότυπης δίκης με την πράξη Π.Ν. 2/16-1-2025 πράγμα που σημαίνει ότι η πρότυπη αγωγή που καταθέσαμε για λογαριασμό ενός εκπαιδευτικού θα δικαστεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας με αποτέλεσμα να ανασταλεί η πρόοδος όλων των δικών που έχουν ξεκινήσει στο διοικητικό πρωτοδικείο Αθηνών ή σε  άλλα δικαστήρια μέχρι να επιλυθεί οριζόντια το ζήτημα από το Συμβούλιο της Επικρατείας.

  • Αναμένεται η δημοσίευση της πράξης όπως προβλέπει ο νόμος στις εφημερίδες,
  • Αναμένεται σχετική ανακοίνωση στον ιστότοπο του συμβουλίου της επικρατείας και
  • Αναμένεται η διαβίβαση του φακέλου από το διοικητικό πρωτοδικείο στο Συμβούλιο Επικρατείας για να ακολουθήσει ο ορισμός δικασίμου στο αρμόδιο τμήμα του συμβουλίου επικρατείας

Αυτό ήταν το σημερινό νέο

Η εισαγωγή η σημερινή που πραγματικά και εγώ τη σκέφτηκα για να υπάρξει ακριβώς μία σύνθεση της νομικής διάστασης που έχει η σημερινή επετειακή εκδήλωση αλλά και της κοινωνικής

είναι κάποια ερωτήματα που νομίζω αν τα θέσουμε όλοι ρητορικά διαφωτίζουν τις νομικές έννοιες τις οποίες οι νόμοι εθνικοί αλλά και ευρωπαϊκοί αξιοποιούνε προκειμένου να καταδείξουνε

  • τι θα πει επάρκεια του μισθού
  • τι θα πει αξιοπρεπές κόστος διαβίωσης
  • τι θα πει δικαίωμα σε δίκαιο μισθό

Μερικά από αυτά τα ερωτήματα είναι:

  • αν για το κράτος μας έχουν άλλο μέτρο και άλλο σταθμά οι οικογένειες μας  και
  • αν για το κράτος μας θα πρέπει όλα αδιακρίτως ή εργαζόμενοι να έχουνε δικαίωμα πλήρους ανάπαυσης αλλά και απόλαυσης των εορτών των Χριστουγέννων του Πάσχα αλλά και κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού.

Και όταν λέω πλήρους απόλαυσης εννοώ να μπορούνε να ανταπεξέλθουνε στις αυξημένες αγοραστικές ανάγκες που όπως αναφέρθηκε εξ αντικειμένου ανακύπτουν αυτές τις τρεις χρονικές περιόδους.

Τα δικαιώματα αυτά σε ένα κοινωνικό κράτος δικαίου θα έπρεπε να μη διασφαλίζονται επιλεκτικά υπέρ των εργαζομένων μιας κατηγορίας αλλά θα έπρεπε να είναι για όλους αυτονόητα και ίσα.

Αυτά τα ερωτήματα θα δώσουνε φως σε πολλές από τις νομικές έννοιες άλλωστε της πρόσφατης Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2041 του 2022 σε σχέση με τους επαρκείς κατώτατους μισθούς στην ευρωπαϊκή ένωση και το πως οι  ορισμοί αυτής της οδηγίας όπως και οι άλλοι παράγοντες τους οποίους θα αναφερθώ κατά την άποψή μου και κατά την άποψη της ΑΔΕΔΥ καθιστούν πλέον επιβεβλημένη την επαναφορά του 13ου και 14ου μισθού.

Πριν φτάσω στην Ευρωπαϊκή Οδηγία και το πρόσφατο νόμο 5163/2024 που την ενσωμάτωσε στην εθνική έννομη τάξη ξεκινάω πολύ σύντομα από το λόγο της καθιέρωσης των επιδομάτων εορτών και αδείας που ήδη προαναφέρθηκε από τους προλαλήσαντες

 

Ο βασικός λόγος και ο αποκλειστικός μάλλον που καθιερώθηκαν τα επιδόματα εορτών και αδείας είναι οι αυξημένες αγοραστικές ανάγκες που συντρέχουνε την περίοδο των Χριστουγέννων του Πάσχα αλλά και του καλοκαιριού. 

Αυτές οι αυξημένες αγοραστικές ανάγκες συντρέχουν διαχρονικά αποτελούνε μία ελληνική κοινωνικοοικονομική συνθήκη η οποία παραμένει αμετάβλητη. 

Εκείνο που ασφαλώς δεν μένει αμετάβλητο είναι η νομοθεσία και η νομολογία οι οποίοι εν τούτοις αποτελούν ζωντανούς πόλους δυναμικούς πόλους δημιουργίας και ερμηνείας του δικαίου αντίστοιχα.

Και λέω ζωντανούς γιατί πρέπει να αφουγκράζονται πάντοτε:

  • την κοινωνία
  • τις οικονομικές μεταβλητές,
  • τις ευρωπαϊκές επιταγές
  • και όλα τα δεδομένα που ανακύπτουνε δυναμικά

Το 2012 όλοι το γνωρίζουμε είχαμε μία οξεία δημοσιονομική συγκυρία η οποία επηρέασε όλα τα νοικοκυριά και τους μισθούς των εργαζομένων αφού η χώρα μας έφτασε στα όρια της χρεοκοπίας και αναγκάστηκε να ζητήσει χρηματοδοτική υποστήριξη από τα κράτη-μέλη της ευρωζώνης και το ΔΝΤ.

Μία κατηγορία όμως εργαζομένων μιλώ για τους δημοσίους υπαλλήλους πανθομολογουμένως δέχτηκε τα περισσότερα βέλη από το νομοθέτη – όχι επειδή είναι εύκολος στόχος – αλίμονο οι συνδικαλιστικές οργανώσεις των δημοσίων υπαλλήλων αντιστέκονται σθεναρά και είναι δυναμικά παρούσες τόσο μέσω της νομικής οδού όσο και προεχόντως μέσω της αγωνιστικής.

Οι δημόσιοι υπάλληλοι δέχτηκαν τις περισσότερες περικοπές και μειώσεις στους μισθούς και στα επιδόματά τους γιατί αποτελούν εύκολη δημοσιονομική λύση για ένα κράτος το οποίο:

  • δεν θέλει να παραδεχτεί ότι δεν μπορεί να κυνηγήσει αποτελεσματικά τη φοροδιαφυγή
  • δεν θέλει να παραδεχτεί ότι δεν μπορεί να δώσει επαρκή κίνητρα για να εισπράξει φόρους και εισφορές και
  • ταυτόχρονα θέλει να παρουσιάσει κάτι χειροπιαστό στους δανειστές του

Μείωση λοιπόν των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων και περικοπή των επιδομάτων τους επιφέρει άμεσο δημοσιονομικό όφελος

  • χωρίς πολλές μελέτες
  • χωρίς μακροπρόθεσμες ή μεσοπρόθεσμες αναλύσεις
  • χωρίς αξιοποίηση του κρατικού μηχανισμού ελεγκτές εφαρμογή του κώδικα είσπραξη δημοσίων εσόδων 11 βοηθήματα υπέρ των πολιτών που οδηγούν στα δικαστήρια

όλα αυτά είναι χρονοβόρα και κοστοβόρα.

Ενώ η κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας με το νόμο 4093 του 2012 δεν ήταν πάρα μια τέτοια άμεση και εύκολη λύση εύκολο όχι για τους δέκτες αλλά για τους αποφασίζοντες αφού χωρίς κόπο χωρίς αναμονή αποτελεσμάτων και εντυπωσιάζοντας τους δανειστές μας παρουσιάσαμε κατά την έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους που συνόδευσε τον 4093 του 12 ετήσια εξοικονόμηση δαπάνης ύψος 4.469.600.000 euro.

Aσφαλώς μετά τον νομοθέτη δημιουργό του δικαίου ήρθε η σειρά της νομολογίας να πάρει θέση για τον εάν νομοθέτης του 4093/12 σεβάστηκε το αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης των δημοσίων υπαλλήλων λαμβάνοντας υπόψιν ασφαλώς το χρέος τους απέναντι στην εθνική και κοινωνική αλληλεγγύη και την αναλογία τους με όρους ισότητας στην κατανομή των δημοσίων βαρών σε σύγκριση με τους ελεύθερους επαγγελματίες και τους εργαζομένους του ιδιωτικού τομέα αλλά και λαμβάνοντας υπόψη ας μην ξεχνάμε την αποστολή τους ως οργάνων που εκφράζουν τη βούληση του κράτους και η οποία πρόβλεψη έχει συνταγματική κατοχύρωση στο άρθρο 103.

Aς μην ξεχνάμε αν και έγινε αναδρομή στο πώς φτάσαμε 4093/12 στους βασικούς νόμους που υιοθετήθηκαν τη δύσκολη εκείνη χρονική περίοδο ότι δημόσιοι υπάλληλοι υπέστησαν αρχικά με τον 3833 του 2010 μία μείωση των αποδοχών τους ύψους 12% και στα επιδόματα εορτών και αδείας και ορίστηκε νέο όριο αποδοχών.

Σε σύντομο χρονικό διάστημα με τον 3845 του 2010 υπέστησαν μείωση των αποδοχών άλλο ένα ποσοστό 8% και αποσυνδέθηκε ο βασικός μισθός από τα επιδόματα εορτών και αδείας με αποτέλεσμα να τεθεί ένα συγκεκριμένο πάγιο ποσό ως επίδομα Χριστουγέννων Πάσχα και αδείας.

 

  • Συνεχίστηκαν τα μέτρα κατά των δημοσίων υπαλλήλων με την αναστολή κάθε μισθολογικής τους εξέλιξης 
  • Συνεχίστηκαν τα μέτρα κατά των δημοσίων υπαλλήλων με τον 4002 του 2011  με το με τον οποίο έλαβε χώρα μείωση του κινήτρου απόδοσης και μάλιστα αναδρομικά
  • Συνεχίστηκαν με τον περίφημο 4024 του 11 που έχουμε το νέο ενιαίο μισθολόγιο και βαθμολόγιο και περαιτέρω περικοπή των αποδοχών 
  • Συνεχίστηκαν με την επιβολή ειδική εισφοράς αλληλεγγύης και να μην σας κουράσω
  • Συνεχίστηκαν με αποκορύφωμα τον 4093 του 12 που κατήργησε πλήρως τα επιδόματα εορτών και αδείας στο δημόσιο 

Το Στ΄ τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας υπό επταμελή σύνθεση έκρινε κατά πλειοψηφία το 2018 με τις αποφάσεις του – αναφέρομαι στη μία εξ αυτών την 2635 του 2018 – αντισυνταγματική την κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας.

Αντισυνταγματική γιατί υπέστησαν οι δημόσιοι υπάλληλοι αιφνίδια ανατροπή του ισχύοντος μέχρι τότε μισθολογικού τους καθεστώτος και επειδή ο κοινός νομοθέτης δεν δικαιολόγησε την προσφορότητα του μέτρου.

 

 Τι θα πει δεν δικαιολόγησε την προσφορότητα του μέτρου;

Ότι είχε λάβει αντίστοιχα μέτρα μείωση των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων και των συντάξεων τα οποία μέχρι τότε δεν είχανε λύσει το πρόβλημα και άρα πήγε με αντίστοιχο μέτρο το οποίο είχε ήδη φανεί αναποτελεσματικό να επιλύσει την ύφεση η οποία είχε ενταθεί με ταχύτατους ρυθμούς.

Περαιτέρω ο νομοθέτης κρίθηκε ότι δεν σεβάστηκε την αρχή της αναλογικότητας και υπό την έννοια της αναγκαιότητας δηλαδή

δεν σεβάστηκε το αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης των δημοσίων υπαλλήλων λαμβάνοντας υπόψη όχι-  μόνο τις ορεκτικές τις προανέφερα-  περικοπές που είχαν υποστεί τις αποδοχές τους και στα επιδόματά τους αλλά και τις ευρύτερες κοινωνικό οικονομικές συνθήκες της διανεόμενης έκτακτης της περιόδου γιατί και δημόσιοι υπάλληλοι στην ίδια κοινωνία και οικονομία ζούσανε έχουνε δάνεια έχουνε κόστος στα αγαθά και οι υπηρεσίες που αξιοποιούνε και ούτω καθεξής

Η απόφαση λοιπόν ήχθη σε κρίση περί αντισυνταγματικότητας με αποτέλεσμα κατά το άρθρο 100 του συντάγματος να παραπεμφθεί η υπόθεση στην ολομέλεια του συμβουλίου επικρατείας η οποία ανέτρεψε την απόφαση του τμήματος με τη 1316/2019 απόφασή της κρίνοντας κατά πλειοψηφία συνταγματική την κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας.

Η μεθοδολογία που ακολουθήθηκε ήτανε η ίδια με του τμήματος απλά κατέληξε σε διαφορετικό αποτέλεσμα ότι δηλαδή η κατάργηση δεν παραβιάζει για τους λόγους που αναφέρει η πλειοψηφία της ολομέλειας το αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης.

Εκείνο που ενδιαφέρει σήμερα λοιπόν είναι αυτή η μεθοδολογία των αποφάσεων του συμβουλίου της επικρατείας γιατί και το Στ τμήμα και η ολομέλεια υιοθετούν το ίδιο σκεπτικό αλλά καταλήγουν σε διάφορο αποτέλεσμα.

Δηλαδή η εξέταση αφενός μέν του δικαιώματος των εργαζομένων στο δημόσιο σε αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης σταθμιζόμενο με το συνταγματικό και αυτοσυνταγματικού επιπέδου δημόσιο συμφέρον που αφορά στην εξοικονόμηση πόρων για την αντιμετώπιση μιας οξείας δημοσιονομικής κρίσης.

Υιοθετώντας αυτή τη μεθοδολογία σήμερα έξι χρόνια μετά τη δημοσίευση της απόφασης ολομέλειας και δεκατρία χρόνια μετά από 4093 του 12 το ερώτημα που ετέθη δικαστικώς αν είναι συνταγματική η κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας αντιστρέφεται.

Το ερώτημα λοιπόν που απασχολεί τη σημερινή επετειακή εκδήλωση είναι εάν είναι

συνταγματική η διατήρηση της κατάργησης των επιδομάτων εορτών και αδείας στους νόμους που επακολούθησαν το νόμο 4093 του 12

 

Γιατί στους επακολουθήσαντες αυτούς νόμους που αφορούν την αναπροσαρμογή του μισθολογίου των δημοσίων υπαλλήλων

  • 4354/15,
  • 5045/23,
  • 5163/ 24

απουσιάζει οποιαδήποτε αιτιολογική έκθεση ή έκθεση του γενικού λογιστηρίου του κράτους το γιατί και το πώς η οικονομία μας δεν μπορεί να σηκώσει την επαναφορά των επιδομάτων εορτών και αδείας στο δημόσιο αλλά και το κατά πόσο ιδίως ενόψει της ακρίβειας που μαστίζει εδώ και τρία τουλάχιστον χρόνια την κοινωνία και την οικονομία και της ραγδαίας αύξησης ακριβώς των τιμών η διατήρηση του καταργητικού αυτού μέτρου εξακολουθεί να σέβεται και να επιδρά στο αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης των εργαζομένων του δημοσίου.

 

Τα ερωτήματα λοιπόν που τίθενται σήμερα είναι:

 

1.

Βρισκόμαστε δεκατρία έτη μετά την ψήφιση του νόμου 4093 του 12 δεν είμαι ούτε οικονομολόγος ούτε πολιτικός αλλά θυμάμαι την τοποθέτηση του τέως πρωθυπουργού τον Αύγουστο του 2018 και την τοποθέτηση του πρωθυπουργού τον Αύγουστο του 2022 οι οποίοι αμφότεροι δήλωσαν πως βγήκαμε απ΄ τα μνημόνια και τα όσα επιβλήθηκαν στο όνομά τους

  • δυσβάσταχτοι φόροι
  • περικοπές μισθών και συντάξεων

 

Άρα αφού βγήκαμε με τα μνημόνια με την απλή λογική κατανοώ ότι η οξεία δημοσιονομική συγκυρία στην αποτροπή της οποίας απέβλεψε η ολομέλεια του συμβουλίου επικρατείας με τη 1316/19 απόφαση της – αποφυγή κινδύνου χρεοκοπίας της χώρας μας δηλαδή – δεν υπάρχει σήμερα

 

2.

Υπάρχει κάποιος δημοσιονομικός λόγος που να δικαιολογεί τη διατήρηση δεκατρία χρόνια αργότερα του επίμαχου καταργητικού μέτρου;

αυτό δεν μπορώ να το γνωρίζω γιατί σε κανένα νομοθέτημα πόσα αν έτρεξα τα οποία επαναθεσμοθέτησαν τους μισθούς των εργαζομένων του δημοσίου με αναδιάρθρωση των μισθολογικών τους κλιμακίων δεν επικαλείται με νούμερα δηλαδή με επικαιροποιημένα οικονομικά στοιχεία και τεκμηριωμένες μελέτες το πώς τα οικονομικά της χώρας μας δεν αντέχουν και το γιατί την επαναφορά του 13ου και 14ο μισθού στο δημόσιο.

Και μιλούμε για νομοθετήματα που όχι μόνο επανακαθόρισαν όπως 4354/15 το μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων αλλά θεσμοθέτησαν σταδιακά και αυξήσεις και στους μισθούς αλλά και στα επιδόματα από 4354/15 διατήρησε: 

  • οικογενειακή παροχή 
  • επίδομα θέσης ευθύνης 
  • επίδομα επικίνδυνης και ανθιευγεινής  εργασίας και τα λοιπά 

Τα επιδόματα αυτά διατηρήθηκαν με το 4354 του 15 και υπέστησαν σταδιακά αυξήσεις με το νόμο 5045 του 23

 

Βλέπουμε δηλαδή ένα «παροχικό κράτος» σε εισαγωγικά που δεν έρχεται εν τούτοις να αιτιολογήσει το γιατί δεν επαναφέρει το 13ο και 14ο μισθό όταν μάλιστα με τον τελευταίο νόμο 5163 του 2024 ο οποίος ενσωμάτωσε την ευρωπαϊκή οδηγία που εξήγγειλα στην εισαγωγή προέβλεψε πλέον ότι οι μισθοί των δημοσίων υπαλλήλων από το 2026 και εφεξής όπως θα έχουν διαμορφωθεί 31-12-25 θα υποστούν ισόποση αύξηση του κατωτάτου μισθού που θα έχουν οι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα. 

Φτάνω λοιπόν στο 5163/2024 ο οποίος ενσωματώνει την οδηγία 2041του 2022 περί επαρκών κατωτάτων μισθών στην ευρωπαϊκή ένωση ενσωματώνει λοιπόν αυτή την οδηγία στην εθνική έννομη τάξη.

Δεν αποτελεί αντικείμενο της εκδήλωσης το αν έγινε πλημμελής ή όχι υιοθέτηση ενσωμάτωσης οδηγίας εκείνο που ενδιαφέρει τη σημερινή επιστημονική εκδήλωση είναι ότι εξομοίωση των κατωτάτων μισθών εργαζομένων του δημοσίου και ιδιωτικού τομέα δεν κατέλαβε την επαναφορά του 13ου και 14ου μισθού στο δημόσιο καίτοι στον ιδιωτικό τομέα καταβάλλονταν και καταβάλλονται αδιαλείπτως.

 

Πράγματι στο πλαίσιο του κατωτάτου, του κατοχυρωμένου νομοθετημένου κατωτάτου μισθού των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα, ο κώδικας ιδιωτικού εργατικού δικαίου το ΠΔ 80 του 2022 κωδικοποιώντας τις πάγιες διατάξεις που ίσχυαν από το 1966 και το 1981 για τους εργαζομένους αυτούς

προβλέπει ένα ολόκληρο μισθό σε επίδομα Χριστουγέννων και το ήμισυ το μισθού ως δώρο Πάσχα και ως επίδομα αδείας. 

 

Η εξομοίωση συνεπώς των κατωτάτων μισθών των δύο κατηγοριών εργαζομένων δεν κατέλαβε την επαναθεσμοθέτηση του 13ου και 14ου μισθού των εργαζομένων του δημοσίου ως ελάχιστο εγγυημένο τμήμα των μηνιαίων αποδοχών τους.

Τούτο καίτοι ρητώς το άρθρο 15 του 5163/2024 – και εδώ είναι το ενδιαφέρον-

ορίζει ρητά ότι το ύψος του νομοθετημένου κατωτάτου μισθού των εργαζομένων στο δημόσιο πρέπει να λάβει υπόψη του κάποια κριτήρια:

  • την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας
  • τις τιμές
  • τα εισοδήματα
  • την αγοραστική δύναμη του νομοθετημένου κατωτάτου μισθού και
  • την επάρκεια τους λαμβάνοντας βέβαια υπόψη και
  • το κόστος διαβίωσης 

 

Και επανέρχομαι στα αρχικά μου ερωτήματα αυτά που έθεσα στην εισαγωγή:

Άλλα αγαθά και υπηρεσίες μπορεί να αγοράσει ένας εργαζόμενος του ιδιωτικού τομέα με βασικό μισθό 850€ και άλλα ένας εργαζόμενους του δημοσίου τομέα;

Το κόστος διαβίωσης στην Ελλάδα και το αξιοπρεπές της διαβίωσης κρίνεται διαφορετικά για τη μία κατηγορία εργαζομένων και διαφορετικά για την άλλη;

Και περαιτέρω εδώ έχουμε μία ευρωπαϊκή οδηγία η οποία θέτει κάποια κριτήρια για τον καθορισμό του ύψους των κατωτάτων μισθών

Ορίζει ότι όλοι οι εργαζόμενοι ανεξάρτητα αν ανήκουν στον ιδιωτικό ή στο δημόσιο τομέα έχουνε δικαίωμα σε δίκαιους μισθούς που τους επιτρέπουν αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης.

Ορίζει περαιτέρω ότι πρέπει τα κράτη-μέλη να διασφαλίζουν επαρκείς ελάχιστους μισθούς κατά τρόπο που να επιτρέπει στους ίδιους και στις οικογένειες τους την εκπλήρωση των αναγκών τους με βάση τις εθνικές οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες.

Το ερώτημα συνεπώς που γεννάται είναι το εάν επαρκεί ο βασικός μισθός για έναν δημόσιο υπάλληλο υπό την έννοια της οδηγίας και για την οικογένειά του για να αντιμετωπίσει τις εθνικές οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες ζώντας αξιοπρεπώς. 

Εκτός εάν δεν θεωρούμε κοινωνική συνθήκη το να αγοράσεις μελομακάρονα και κουραμπιέδες τα Χριστούγεννα, δώρα για τους δικούς σου, το να αγοράσεις το Πάσχα λαμπάδα για το βαπτιστήρι σου, ή να πας με την οικογένειά σου διακοπές στο καλοκαίρι.

Γιατί η ευρωπαϊκή οδηγία συνδέει το δίκιο του μισθού όπως και την αξιοπρέπεια της διαβίωσης με τις εθνικές οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες και πάει πολύ πιο παραπέρα

χρησιμοποιεί ως κριτήριο ένα καλάθι αγαθών και υπηρεσιών σε πραγματικές τιμές το οποίο καθορίζεται σε εθνικό επίπεδο και το οποίο κατά την οδηγία μπορεί να είναι καταλυτικής σημασίας για να προσδιοριστεί το κόστος διαβίωσης με στόχο την επίτευξη ενός αξιοπρεπούς βιοτικού επιπέδου

Στην Ελλάδα το καλάθι αυτό δεν είναι η γαλοπούλα, τα μελομακάρονα, οι κουραμπιέδες για τα Χριστούγεννα

το τσουρέκι μας η λαμπάδα μας το Πάσχα και

το να πάμε διακοπές έξοδα μεταφοράς και ούτω καθεξής το καλοκαίρι

 

Είναι σαφές ότι τα καλάθια αυτά όχι μόνο έχουν ένα επιπλέον κόστος επειδή είναι αυξημένο οι αγοραστικές ανάγκες στις εορτές σε σχέση με τα πάγια έξοδα που μια οικογένεια έχει στην καθημερινή της ζωή

αλλά στη σημερινή συγκυρία που η ακρίβεια μαστίζει τη χώρα μας τα καλάθια αυτά κοστίζουνε πολύ αρκετά περισσότερο σε σχέση με τις πάγιες ανάγκες μιας οικογένειας και

αντί επιλόγου – πριν με διακόψουν λόγω χρόνου – εκείνο που μένει τελικά και με βάση την οδηγία αλλά και τις αιτιολογικές σκέψεις οδηγίας είναι ότι δεν μπορεί η επάρκεια και το δίκιο του μισθού αναφορικά με το αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης να αξιολογείται διαφορετικά για τον εργαζόμενο στον ιδιωτικό τομέα και διαφορετικά για τον εργαζόμενο στο δημόσιο τομέα

όταν τα κριτήρια που με βάση την οδηγία αλλά και το νόμο που την ενσωμάτωσε στην εθνική έννομη τάξη τα οποία επιδρούν στο ύψος του κατώτατου μισθού είναι κοινά

το κόστος διαβίωσης είναι κοινό

η αγοραστική δύναμη των μισθών είναι κοινή και

όταν οι επικρατούσες στη χώρα οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες χαρακτηρίζονται από ραγδαία αύξηση των τιμών και ακρίβεια

ενώ ακριβώς την περίοδο των εορτών οι ανάγκες αυτές οι αγοραστικές είναι διαχρονικά αυξημένες

 

Αντικειμενικά αυτά δεδομένα έχουν οδηγήσει αδιάλειπτα στην καταβολή 13ου και 14ο μισθού στον ιδιωτικό τομέα ως εγγύηση του κατωτάτου μισθού τους αλλά τα ίδια αυτά αντικειμενικά δεδομένα που τα παρατηρεί ο νομοθέτης μας δεν έχουν οδηγήσει σε επαναφορά του 13ου και 14ου μισθού στο δημόσιο ως ελάχιστο εγγυημένου τμήματος των μηνιαίων αποδοχών τους κατά παράβαση θα πω εγώ του δικαιώματος των εργαζομένων στο δημόσιο σε έναν δίκαιο μισθό που να τους διασφαλίζει αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης.

Θα πουν κάποιοι μα δεν είναι αποδοχές τα δώρα τα επιδόματα δεν είναι τμήμα των αποδοχών είναι απλά επιδόματα πρόσθετες παροχές και

ανταπαντώ με απλά μαθηματικά όταν κάποιος εγγυημένα παίρνει 1000 ευρώ επί 14 μήνες έχει βασικό μισθό τα 1.000€ ή τα 1.166€.

Με όλες  αυτές τις σκέψεις οδηγήθηκε η ΑΔΕΔΥ στην κατάθεση της πρότυπης αγωγής του δημοσίου υπαλλήλου που είπα στην εισαγωγή στο διοικητικό πρωτοδικείο Αθηνών στην οποία δίκη η ΑΔΕΔΥ άσκησε πρόσθετη παρέμβαση για να καταστεί διάδικος και να ζητήσει τη διεξαγωγή πρότυπης δίκης προκειμένου το συμβούλιο επικρατείας κάνοντας δεκτό πλέον το αίτημα πρότυπης δίκης να επανεξετάσει υπό το πρίσμα όλων αυτών των κοινωνικών πολιτικών νομικών αλλά και δημοσιονομικών αλλαγών την συνταγματικότητα διατήρησης του επίδικου καταργητικού μέτρου.

Άλλωστε το ανώτατο διοικητικό μας δικαστήριο με αφορμή αλλά μέτρα όπως το clowback έχει δείξει σε πλείστες φορές ότι επαναξιολογεί τις νομοθετικές επιλογές.

Γιατί όλα αλλάζουν ραγδαία αλλά οι εθνικές κοινωνικές συνθήκες παραμένουν αμετάβλητες, βαθιά ριζωμένες στο συλλογικό μας υποσυνείδητο και μεταδιδόμενες από γενιάς σε γενιά.

Κατά την άποψή μου εκείνο που πρέπει να διερωτόμαστε όταν δημιουργούμε ή ερμηνεύουμε το δίκαιο είναι αν όλη δικαιούνται να χαίρονται τα Χριστούγεννα το Πάσχα και το καλοκαίρι το ίδιο αγόγγυστα και το ίδιο ξέγνοιαστα

Είμαι αισιόδοξη ότι η ΑΔΕΔΥ άνοιξε το δρόμο προς μία δικαιωματική αποκατάσταση για την οποία θα παλέψουμε δυναμικά και με κάθε ένδικο μέσο

Σας ευχαριστώ πολύ

 

 

 

Μοιράστε το άρθρο

Facebook
Twitter
Linkedin
Pinterest

Σχολιάστε