Αρχιεπίσκοπος Τιράνων Δυραχίου και Πάσης Αλβανίας κυρός Αναστάσιος
Ο Αρχιεπίσκοπος κυρός Αναστάσιος άφησε ανεξίτηλο το αποτύπωμά του.
Ανάρτηση στην ιστοσελίδα romfea.gr
Αλβανίας κυρού Αναστασίου.
Λόγος εις την εις επίσκοπον Ανδρούσης χειροτονίας του
Επιμέλεια Μητροπολίτη Αρκαλοχωρίου Ανδρέα Νανάκη
Περιοδικό Εκκλησία, Δεκέμβριος 1972, αριθ. 23-24 1
Μακαριώτατε,
Σας ευχαριστώ ολοψύχως διά την αγάπην Σας, την πολλαπλώς και επί σειράν ετών εκδηλουμένην, και κατά την ώραν αυτήν τελεταρχούσαν. Ευχαριστώ επίσης θερμώς την περί Υμάς Ιεράν Σύνοδον, διά την πολλήν εμπιστοσύνην της να με καλέση εις επισκοπικήν διακονίαν. Αισθάνομαι την ανάγκην να ευχαριστήσω ακόμη τους παρισταμένους Σεβασμιωτάτους Αρχιερείς, ιδιαιτέρως τους λειτουργούντας εις το μυστήριον, τους πρεσβυτέρους, τους διακόνους και τον λαόν του Θεού, τους συμπροσευχομένους κατά την παρούσαν μυσταγωγίαν. Ας μου επιτραπή, τέλος, να επεκτείνω κατά τας ιεράς αυτάς στιγμάς της Ευχαριστίας την έκφρασιν της ευγνωμοσύνης μου προς όλους εκείνους, οι όποιοι μέχρι σήμερον με εστήριξαν με την στοργήν των και με καθωδήγησαν με την πείραν των: την οικογένειάν μου, τους κατά καιρούς καθηγητάς μου, και μάλιστα της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, τους διαφόρους συνεργάτας μου, και ιδιαίτερα τους νέους ανθρώπους, οι οποίοι, με το πάθος των δι’ αλήθειαν μου υπενθυμίζουν συνεχώς το σκληρόν χρέος της γνησιότητος.
Α’.
Αι φοβεραί στιγμαί της προκειμένης ιερουργίας δεν επιτρέπουν αναλύσεις μακράς. Λιτότατα, λοιπόν, περιορίζομαι να εξηγήσω, ότι συναισθήματα ανεπαρκείας και φόβου με συντρίβουν προ των απαιτήσεων του Λόγου του Θεού: «δει ούν τον επίσκοπον ανεπίληπτον είναι» (Α΄ Τιμ. 3:2), «άρτιον… προς παν έργον αγαθόν εξηρτισμένον» (Β΄ Τιμ. 3:17). Με αίσθημα ιλίγγου, είδα να αναδύωνται από τον βυθόν της συνειδήσεως της Εκκλησίας φράσεις όπως, ο Επίσκοπος είναι «τύπος του Πατρός» (Ιγνατίου, Προς Τραλ. IΙΙ, I), «εις τόπον» και «εις τύπον Θεού» (Ιγνατίου, Προς Μαγνησ. VI, I) με αποστολήν «πτερώσαι ψυχήν, αρπάσαι κόσμον και δούναι Θεω» (Γρηγορίου Ναζιανζηνού, Απολογ. κβ’).
Εζήτησα αυτήν την εβδομάδα καταφύγιον από την εσωτερικήν έντασιν εις την σιωπήν και την λατρευτικήν ζωήν της Εκκλησίας μας, ώστε να προσεγγίσω κάπως το νόημα του επισκοπικού λειτουργήματος. Το αρχικόν δέος μετεμορφώθη εις ρίγος· διότι κατά τας ημέρας, αι οποίαι εμεσολάβησαν από της εκλογής μου, το εορτολόγιον της Εκκλησίας μας προέβαλε τας μνήμας των άγιων, επισκόπων Ιωάννου του Ελεήμονος την Κυριακήν, Ιωάννου του Χρυσοστόμου την Δευτέραν, Γρηγορίου του Παλαμά την Τρίτην, Γρηγορίου Νεοκαισαρείας την Παρασκευήν. Όλαι αυταί αι άγιαι μορφαί ήλθον διά να αποκαλύψουν κατά τρόπον συγκλονιστικόν ποίαι είναι αι πραγματικαί διαστάσεις ζωής του Επισκόπου:
α) Έζησαν όλοι των με μίαν αγάπην διά τον άνθρωπον και τον Θεόν πέραν οιωνδήποτε συνόρων συμβατικής λογικής. Μέχρι μαρτυρίου ηγωνίζοντο διά την ανακούφισιν των θλιβομένων και των «τεθραυσμένων» (Λουκ. 4:18) της εποχής των, αποκαλύπτοντες ουσιαστικώς την φιλανθρωπίαν του Θεού, η οποία φανερούται εν τη Εκκλησία.
β) Έζησαν με ασκητικήν εγρήγορσιν και κατάνυξιν διά την υπέρβασιν της σκοτεινής αβύσσου του ανθρωπίνου «εγώ». Έκαμαν ασκητήριον την πόλιν, την καθημερινήν πραγματικότητα, την υπερκόπωσιν και το μαρτύριόν των. Από αυτόν τον αμείλικτον προσωπικόν αγώνα αγνότητος, κατανύξεως και ταπεινώσεως επήγασεν η εκπληκτική των ακτινοβολία.
γ) Έζησαν με βαθείαν αισθησίν καθολικής ευθύνης και αποστολικής συνειδήσεως, με την βεβαιότητα ότι ως «τύποι Χρίστου» γίνονται αυτομάτως «παγκόσμιοι άνθρωποι», με την πεποίθησιν ότι πιστότης εις την αποστολικήν παράδοσιν σημαίνει πιστότητα εις το αποστολικόν χρέος, ότι η επίθεσις των χειρών των επισκόπων κατά την χειροτονίαν δεν αποτελεί μόνον εγγύησιν αποστολικής διαδοχής, αλλά και χρέωσιν δια ενεργόν συμμετοχήν εις την πορείαν της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας «έως έσχατου της γης»(Πράξ. 1:8).
δ) Καθωδήγησαν όλοι των και παρηγόρησαν τον λαόν του Θεού με προφητικήν ενόρασιν και τόλμην και αυτό ακριβώς είναι το τέταρτον κοινόν των χαρακτηριστικόν, το οποίον με εδόνησεν. Εθεολόγησαν με οξύτητα πνεύματος και δυναμισμόν, αποκαλύπτοντες αδιακόπως νέας, επικαίρους διά την εποχήν των, πλευράς του «μυστηρίου της πίστεως» (Α΄ Τιμ. 3:9). Κατέθεσαν ρωμαλέαν μαρτυρίαν περί της Αλήθειας εις κρίσιμους διά την Εκκλησίαν στιγμάς και με προφητικήν δύναμιν εγκρέμισαν «παν ύψωμα επαιρόμενον κατά της γνώσεως του Θεού» (Β΄ Κορ. 10:5), παν είδος ατομικών ειδώλων άνεσιν, εξουσίαν, δόξαν, κοσμικάς συμβατικότητας, τα όποια δεν έπαυσαν να αναστηλώνονται εις όλας τας εποχάς και εντός των πλαισίων του εκκλησιαστικού χώρου.
ε) Η όλη επισκοπική των διακονία υπήρξε, τέλος, μία σταυρώσιμος μαρτυρία Αναστάσεως. Από την Θείαν Ευχαριστίαν της λατρευτικής κοινότητος, της οποίας προΐσταντο, την ενεργοποιούσαν το γεγονός της Σταυρώσεως και της Αναστάσεως, ήντλουν δύναμιν και έμπνευσιν διά να βοηθούν τον λαόν του Θεού να ζή το «Πάσχα Κυρίου», να πραγματοποιή δηλαδή συνεχή «έξοδον» από την περιοχήν της αποκαρδιώσεως εις την χώραν της ελπίδος, από την οιανδήποτε δουλείαν «εις την ελευθερίαν της δόξης των τέκνων του Θεού» (Ρωμ. 8:21)· ένα Πάσχα, μίαν «Διάβασιν», από τον χώρον της υποκρισίας εις την αλήθειαν, από την απομόνωσιν του ατομισμού εις την εν Χριστώ κοινωνίαν.
Β’.Αρχιεπίσκοπος Τιράνων Δυραχίου και Πάσης Αλβανίας κυρός Αναστάσιος
Αναζητώ, Μακαριώτατε, εις τα βάθη μου κάτι από τα στοιχεία αυτά του αληθούς επισκοπικού ήθους, και δεν βλέπω παρά μόνον κακέκτυπα η αμυδρούς αντικατοπτρισμούς των εις την επιφάνειαν των πόθων μου. Οι στίχοι της Αποκαλύψεως του Ιωάννου προς τον επίσκοπον Λαοδικείας, προσηρμοσμένοι εις την περίπτωσίν μου, αποκτούν συνταρακτικήν επικαιρότητα: τώρα πλέον οίδας «ότι συ εί ο ταλαίπωρος και ο ελεεινός και πτωχός και τυφλός και γυμνός»(Αποκ. 3:17).
Η ανεπάρκεια και γυμνότης αυτή γίνεται ακόμη σοβαρωτέρα, όταν αναλογίζεται κανείς ότι καλείται να διακονήση ως Επίσκοπος εις οργανισμόν όπως η Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος, εις μίαν εποχήν ριζικών ανακατατάξεων, τεχνοκρατικής θυέλλης, συγκρούσεων κοινωνικών, μεταξύ απιθάνων συμφερόντων και απροσώπων δυνάμεων εις περίοδον κατά την οποίαν διακηρύττεται επιμόνως η αξία του ανθρώπου, της ελευθερίας, της δικαιοσύνης, της ισότητος, διά να καλύπτεται η έντεχνος η άτεχνος καταπάτησίς των. Η επισκοπική ευθύνη γίνεται ακόμη συνθετωτέρα εις την σκέψιν ότι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία καλείται να δώση «λόγον περί της εν αυτή ελπίδος» (Α΄ Πέτρ. 3:15) εντός μιας πολυμόρφου ανθρωπότητος, η οποία εξελίσσεται εις ενιαίαν μεγαλούπολιν με άνω των 2/3 του πληθυσμού της μη Χριστιανούς, αναμένουσαν με τρόμον το λυκαυγές του 21ου, του ηλεκτρονικού, αιώνος.
Αυταί ακριβώς αι σκέψεις και τα συναισθήματα με συνέτριψαν, Μακαριώτατε, κατά την απομόνωσιν αυτών των ημερών. Η υπεύθυνος τοποθέτησις ενός επισκόπου μέσα εις έναν παρόμοιο χώρον είναι κάτι μαρτυρικόν και η ανεπάρκεια μου το καθιστά εξαιρετικώς επικίνδυνον. Βεβαίως, τώρα είναι πλέον αργά, διά να τολμήσω οιανδήποτε «φυγήν εις Θαρσίς»(πρβλ. Ιων.1:3), όπως προ ετών. Άλλωστε, η φυγή τελικώς δεν αποτελεί λύσιν, διά αυτού του είδους τους φόβους. Μόνον «ή τελεία αγάπη έξω βάλλει τον φόβον» (Α΄ Ιω. 4:18). Το μυστήριον της τελείας αγάπης του Θεού προς τον κόσμον, ο οποίος έγινεν άνθρωπος, διά να συμμερισθεί την ζωήν μας και συγκαταβαίνει να χρησιμοποιή αναξίους και αμαρτωλούς ανθρώπους, όπως ο σμιλών, διά να εκπροσωπούν την Εκκλησίαν Του, με παρηγορεί. Αύτη η κοινωνία αγάπης, η οποία πραγματοποιείται εις το 6 μυστικόν σώμα του Χριστού, «ό έστιν η εκκλησία» (Κολ. 1:24) με μυριάδας μυριάδων προσώπων όλων των εποχών, προαπελθόντων και ζώντων, οσίων, μαρτύρων, ομολογητών, αύτη η συνεχής παρουσία αγάπης και δεήσεως χιλιάδων προσφιλών αδελφών εν Κυρίω μου δίδει το θάρρος διά το τρομερόν σημερινόν βήμα. Εις αυτήν την «τελείαν», την εν πόνω αγάπην του Χριστού, την εντός της Εκκλησίας βιουμένην, παραδίδομαι.
«Ιδού έστηκα επί την θύραν και κρούω…», συνεχίζει το κείμενον της Αποκαλύψεως προς τον επίσκοπον Λαοδικείας, μετά την φοβεράν αποκάλυψιν της γυμνότητός του και την κλήσιν προς μετάνοιαν. «Εάν τις ακούση της φωνής μου και άνοιξη την θύραν, και εισελεύσομαι προς αυτόν και δειπνήσω μετ’ αυτού και αυτός μετ’ εμού» (Αποκ. 3:20). Απ’ ό,τι βλέπω μέχρι τώρα, μόνον μία εγρήγορσις μετάνοιας, εν ταπεινώσει και πίστει εις την ευσπλαγχνίαν του Θεού, προσφέρει δυνατότητα υπερβάσεως του φόβου και ανοίγει θύραν διά την πραγματοποίησιν του Μυστικού Δείπνου μετά του Ηγαπημένου και την βίωσιν μιας Πασχαλίου αποστολής.
Σας ικετεύω λοιπόν, Μακαριώτατε, και Υμάς, σεβάσμιοι Ιεράρχαι, προσφιλείς πατέρες και αδελφοί, όσοι αυτήν την ώραν με κυκλώνετε με την αγάπην σας, δεηθήτε η φλόγα, η οποία θα ανάψη εντός μου, κατά την προκειμένην μυσταγωγίαν με την δύναμιν του Παναγίου Πνεύματος από το πύρ της Πεντηκοστής, να καίη με ταπείνωσιν ενώπιον της εικόνος του Εσταυρωμένου και των Αγίων, εις μίαν συνεχή Λειτουργίαν πίστεως και αγάπης, ώστε να μεταφέρη, όπου εναποτεθή, κάτι από την θέρμην, την παρηγοριάν και την ελπίδα της Αναστάσεως και της Πεντηκοστής.
Με αφορμή την εκδημία του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας κυρού Αναστασίου, αναδημοσιεύεται στον ιστότοπο της Ιεράς Μητροπόλεως Μεσογαίας και Λαυρεωτικής ένα απόσπασμα από ομιλία του Ποιμενάρχη της, Μητροπολίτη κ. Νικολάου σε εκδήλωση για το Διορθόδοξο Κέντρο της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία είχε λάβει χώρα το 2009.
Ο Σεβασμιώτατος τονίζει στο απόσπασμα της ομιλίας του την προσωπικότητα και το έργο του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αλβανίας. “Τὸ ἔργο του δὲν εἶναι ἐκ τοῦ κόσμου τούτου. Δὲν ἑρμηνεύεται, δὲν δικαιολογεῖται. Ἁπλά, θαυμάζεται. Δὲν εἶναι δικό του, δὲν εἶναι κατ’ ἄνθρωπον. Εἶναι μόνον τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτὸ καὶ ὡς ἄνθρωπος δὲν κρίνεται. Μόνον ἀναγνωρίζεται“, τονίζει ο Μητροπολίτης Μεσογαίας και Λαυρεωτικής κ. Νικόλαος.
Αρχιεπίσκοπος Τιράνων Δυραχίου και Πάσης Αλβανίας κυρός Αναστάσιος
Παρακάτω το απόσπασμα:
Θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε γιὰ τὸν Μακαριώτατο Ἀρχιεπίσκοπο Ἀλβανίας κ. Ἀναστάσιο νὰ μὴν παρουσιάσω πληροφορίες ἢ ἀποτίμηση τοῦ ἔργου του, γιατὶ κάτι τέτοιο καὶ ἀδύνατο εἶναι καὶ τελικὰ φοβοῦμαι πὼς ὁ ὄγκος τῆς πληροφορίας καὶ τὸ μέγεθος τῆς ἐπὶ μέρους καὶ συνολικῆς ἀξίας της θὰ χαθοῦν μπροστὰ στὴν ἀδυναμία μας νὰ τὰ συνθέσουμε καὶ νὰ τὰ ἀξιολογήσουμε. Ἀντ’ αὐτοῦ θεωρῶ ὅτι εἶναι πιὸ δίκαιο νὰ ἐπιχειρήσουμε νὰ σκιαγραφήσουμε κάποια ἀπὸ τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς ἱστορικὰ μοναδικῆς σὲ τάλαντα, ἀρετὲς καὶ πληθωρισμὸ ἔργων προσωπικότητός του, δεδομένου μάλιστα ὅτι χωρὶς καμία ἐπιφύλαξη θὰ μπορούσαμε νὰ ἰσχυριστοῦμε ὅτι τὸ σημαντικότερο ἔργο του στὸ Διορθόδοξο Κέντρο ἦταν ἡ κατάθεση τοῦ λιπάσματος τῶν πολλῶν χαρισμάτων του πάνω στὸν σπόρο τοῦ ὁράματός του, ὅπως αὐτὸ φαίνεται ἀπὸ τὴν πυκνότητα καὶ τὸ εὖρος τῶν δράσεων, στὸ σύντομο διάστημα (1971-1973) ποὺ διετέλεσε διευθυντής του.
Ὁ Μακαριώτατος εἶναι οἰκουμενικὴ προσωπικότητα. Τοῦτο ὄχι γιατὶ εἶναι παγκοσμίως γνωστός, οὔτε ἐπειδὴ σπούδασε, ἐργάσθηκε, κινήθηκε, ἔζησε σὲ ὅλες σχεδὸν τὶς ἠπείρους, οὔτε πάλι γιατὶ γνώρισε πλῆθος θρησκειῶν καὶ πολιτισμῶν, οὔτε φυσικὰ ἐπειδὴ εἶναι κάτοχος πολλῶν καὶ παγκοσμίων διακρίσεων. Ἡ οἰκουμενική του ἀρχοντιὰ ἔχει νὰ κάνει μὲ τὴν ἴδια τὴ φύση του, τὴ σκέψη, τὰ αἰσθήματα, τὰ ἰδιώματα τοῦ προσώπου του, τὶς φυσικὲς ἱκανότητες. Ὅταν ἡ σκέψη κάποιου δὲν χωράει στὰ στενὰ τῆς καθιερωμένης λογικῆς, ὅταν τὸ ξεχείλισμα τῆς ἀγάπης του δὲν περιορίζεται σὲ σκοπούς, στόχους καὶ προβλέψεις, ὅταν ἡ ταπείνωση τῆς εὐγένειάς του δὲν προσμετρᾶται, τότε αὐτὸς δὲν ἀνήκει σὲ λίγους, δὲν ἔχει ὅρια∙ εἶναι οἰκουμενικός.
Ἡ ἀνάγκη τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀναστασίου γιὰ οἰκουμενικὴ ἔκφραση καὶ διεύρυνση τῶν ὁριζόντων του τοῦ ἔδωσε τὸ προσὸν τῆς πολυγλωσσίας καὶ τὴ δυνατότητα τῶν πολύπλευρων σπουδῶν. Ἡ ἀγάπη του γιὰ τὸν ἄνθρωπο κάθε φυλῆς, κάθε θρησκείας, κάθε χρώματος, κάθε γωνιᾶς τῆς γῆς, κάθε πολιτισμοῦ, κάθε κοινωνικῆς στάθμης, καὶ ἡ βαθειὰ πίστη του ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι πανταχοῦ παρὼν καὶ τὸ κατ’ εἰκόνα Του ἐγγεγραμμένο σὲ κάθε ἄνθρωπο τὸν ἔκανε νὰ μὴν μπορεῖ νὰ περιοριστεῖ στὸ μικρό, στὸ κοντά, στοὺς ἡμετέρους, στοὺς γνωστούς, νὰ φυλακιστεῖ στὸν προσωπικὸ καὶ κοινωνικὸ ἐγωισμό. Ἔσπασε τὸ δοχεῖο τῆς καταγωγῆς του ὡς περιοριστικῆς ταυτότητας, ξεκλείδωσε τὴν πόρτα τῆς παραδοσιακῆς πίστης του ὡς θρησκευτικοῦ ἰδεολογήματος, κατάργησε τὶς λέξεις ὅρια, σύνορα, φυλή, γλῶσσα. Διέφυγε ἀπὸ τὸ βαρυτικὸ πεδίο τῶν ἐγωισμῶν του καὶ ἀγκάλιασε τὸν κόσμο ὡς δημιούργημα τοῦ Θεοῦ. Εἶναι τόσο πολὺς καὶ τόσο εὐρὺς πού, ἐνῶ πάντοτε περιμένεις ἔκπληξη ἀπὸ τὴν παρουσία καὶ τὴ δράση του, διαρκῶς αἰφνιδιάζεσαι.
Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος τὸν ἀδίκησε. Δὲν κατάφερε νὰ ξεπεράσει τὴ στενότητά της καὶ νὰ τὸν τιμήσει ἐμπιστευομένη μία Μητρόπολή της. Δὲν τὸν ἔκρινε κατάλληλο γιὰ κάτι σχετικὰ συνηθισμένο. Εὐτυχῶς ποὺ ἔκανε τὸ λάθος! Ἰσως αὐτὸ νὰ ἦταν τελικὰ ἐντεταγμένο στὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ. Ἡ σοφία Του προνόησε νὰ μὴν τὸν κάνει ἐπαρχιοῦχο κλείνοντας τον σὲ μία ἐπαρχία, περιορίζοντάς τον σὲ ἕναν τόπο, σφίγγοντάς τον στὸ λίγο καὶ στὸ μικρό. Δὲν τὸν ξόδεψε στὰ νειᾶτα του, ἀλλὰ τὸν βοήθησε νὰ κυοφορήσει τὰ χαρίσματα τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ φθάσει σὲ ὥριμο τοκετό στὴ μέση ἡλικία του. Δὲν τὸν ὑποχρέωσε νὰ ἐκδαπανηθεῖ σὲ κάτι ποὺ καὶ ἄλλοι θὰ μποροῦσαν νὰ κάνουν, ἀλλὰ τὸν προόρισε νὰ πρωτοπορεῖ φυτεύοντας τὴν πίστη ἐκεῖ ποὺ δὲν ὑπῆρχε, ὅπως ἔκανε στὴν Ἀφρική, ἢ ἀνασταίνοντας τὴν Ἐκκλησία ἐκεῖ ποὺ τὴν ἐξαφάνισε ὁ διωγμός, ὅπως συνέβη στὴν Ἀλβανία, ἢ ὁμολογῶντας τὴν Ὀρθοδοξία ἐκεῖ ποὺ δὲν ὑπῆρχε πρεσβευτής της, μὲ τρόπο ποὺ κανεὶς ἄλλος δὲν μποροῦσε νὰ τὸ κάνει, στὴν οἰκουμένη. Ἡ ζωή του ἔχει τὴν ἀποκλειστικὴ σφραγῖδα τοῦ μεγάλου, τοῦ μοναδικοῦ καὶ τοῦ θαύματος.
Ἡ ἐκκλησιαστικὴ διοίκηση τοῦ ἔδωσε τίτλους καὶ θέσεις ποὺ ἡ ἴδια ἀγνοοῦσε τὴ δυναμική τους, ἴσως ἀντικρύζοντας μὲ ἀνασφάλεια τὴ δύναμη τῆς φωνῆς του. Ξεκίνησε ὡς διευθυντὴς τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας καὶ στὴ συνέχεια τοῦ Διορθοδόξου Κέντρου καὶ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀναστάσιος ἀνέστησε μέσα σὲ ἐλάχιστο χρόνο τὴν ἔννοια τῆς ἀληθινῆς ἐκκλησιαστικῆς διακονίας καὶ τῆς οἰκουμενικῆς Ὀρθοδοξίας στὴν Ἑλλάδα, ὅπως δὲν κατάφεραν πολλοὶ μαζὶ μὲ πολυετεῖς ἀγῶνες.
Ἄνθρωπος τολμηρός, ὁραματιστής, ἀποφασιστικός, ἀποτελεσματικός. Ταυτόχρονα συνετός, εὐγενής, ἀξιοπρεπής, δημιουργικός. Θεωρητικός καὶ πρακτικός, ἀκαδημαϊκὸς καὶ διοικητικός, σαφὴς στὴν πίστη του καὶ δεκτικὸς στὶς σχέσεις του. Οἰκουμενικός στὴν ὁμολογία του, ἀνοιχτὸς σὲ ἄλλους πολιτισμούς, σὲ ξένες νοοτροπίες, σὲ ποικίλες θρησκεῖες, ὄχι σχετικοποιώντας τὴν πίστη του, ἀλλὰ ἐμπνεόμενος ἀπὸ τὴ βίωσή της, μπόρεσε νὰ ταπεινωθεῖ στὴν ποικιλότητα ποὺ οἰκονομεῖ ὁ Θεός καὶ στὴ διαφορετικότητα ποὺ ἀνέχεται.
Ὁ οἰκουμενικὸς λόγος του δὲν εἶναι συγκρητιστικός· εἶναι ἱεραποστολικός, εἶναι λόγος μαρτυρίας. Ἡ τόλμη του στὸ ἀντίκρυσμα τῆς παγκόσμιας πρόκλησης δὲν γεννᾶται ἀπὸ κενὸ πίστεως ποὺ πρέπει νὰ καλυφθεῖ, ἀλλὰ ἀπὸ πλήρωμα Ὀρθοδόξου βιώματος ποὺ πρέπει νὰ διαδοθεῖ, νὰ μοιρασθεῖ. Ἡ οἰκουμενικὴ ἀγάπη του δὲν προδίδει ἔλλειμα Ὀρθόδοξης εὐαισθησίας, ἀλλὰ εἶναι ἀγάπη ἐκκλησιαστικῆς εὐθύνης καὶ ὁμολογίας.
Τὸ ἔργο του δὲν εἶναι ἐκ τοῦ κόσμου τούτου. Δὲν ἑρμηνεύεται, δὲν δικαιολογεῖται. Ἁπλά, θαυμάζεται. Δὲν εἶναι δικό του, δὲν εἶναι κατ’ ἄνθρωπον. Εἶναι μόνον τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτὸ καὶ ὡς ἄνθρωπος δὲν κρίνεται. Μόνον ἀναγνωρίζεται.
Αναστάσιος Αλβανίας: εκοιμήθη εν Κυρίω
Άρθρο του Άγγελου Συρίγου στην εφημερίδα Καθημερινή
Ο κ. Αγγελος Συρίγος είναι Καθηγητής Διεθνούς Δικαίου & Εξωτερικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, Βουλευτής ΝΔ στην Α΄ Αθηνών.
Στο μικρό σαλόνι του διαμερίσματός του στο Νέο Ψυχικό δέσποζε μία φωτογραφία. Έδειχνε έναν τσοπάνο με καμιά δεκαριά πρόβατα στο εσωτερικό μίας εκκλησίας με αγιογραφίες στους τοίχους. Ήταν κάποια από τις χιλιάδες εκκλησίες της Αλβανίας που το καθεστώς Χότζα είχε μετατρέψει σε στάβλους και αποθήκες. Αυτή ήταν η κατάσταση σε όλη τη χώρα το 1991, οπότε ο (έως τότε τιτουλάριος Μητροπολίτης Ανδρούσης) Αναστάσιος Γιαννουλάτος ορίστηκε έξαρχος του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Αλβανία. Έναν χρόνο μετά έγινε αρχιεπίσκοπος της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Αλβανίας (και όχι της «αλβανικής ορθόδοξης εκκλησίας» όπως διόρθωνε τους συνομιλητές του).
Έως εκείνη τη χρονική στιγμή ο Αναστάσιος είχε διακριθεί για το ιεραποστολικό του έργο κυρίως στην Αφρική (που είχε κλονίσει και την υγεία του). Ήταν επίσης ένας χαρισματικός καθηγητής στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το βιβλίο του για το ισλάμ θεωρείται ακόμη και σήμερα κλασσικό.
Το έργο που ανελάμβανε ήταν τιτάνιο. Δεν είναι υπερβολή ο όρος. Είναι η πραγματικότητα. Στην μεταπολεμική Αλβανία είχε σημειωθεί ο σκληρότερος διωγμός χριστιανών και μουσουλμάνων στην Ευρώπη. Είκοσι τρία χρόνια πριν αναλάβει ο Αναστάσιος, ο Ενβέρ Χότζα είχε απαγορεύσει την οποιαδήποτε θρησκευτική έκφραση. Το 1991 ο όρος εκκλησία υπήρχε μόνον στα χαρτιά. Οι κληρικοί που είχαν επιβιώσει του κομουνιστικού καθεστώτος ήσαν μετρημένοι στα δάχτυλα των δύο χεριών και ηλικιωμένοι. Όλοι οι ναοί και οι μονές της χώρας ανήκαν στο κράτος και βρίσκονταν σε ερειπιώδη κατάσταση.
Ο Αναστάσιος άρχισε να τους ανοίγει συστηματικά με το «έτσι θέλω». Οι νέοι ηγέτες της χώρας τον έβλεπαν με καχυποψία. Κάποια στιγμή απαγόρευσαν την είσοδο ορθόδοξων ιερωμένων από άλλα κράτη ενώ απέλασαν και έναν αρχιμανδρίτη του. Η πιο δύσκολη στιγμή του ήταν τον Νοέμβριο του 1994. Η κυβέρνηση Μπερίσα είχε προτείνει νέο Σύνταγμα που όριζε ότι οι αρχηγοί των μεγάλων θρησκευτικών Κοινοτήτων έπρεπε να είναι Αλβανοί υπήκοοι, γεννημένοι στην Αλβανία και μόνιμοι κάτοικοι τα τελευταία είκοσι έτη. Η διάταξη φωτογράφιζε τον Αναστάσιο. Η μαζική απόρριψη του σχεδίου συντάγματος θεωρήθηκε ότι ωφείλετο και στις διατάξεις εις βάρος του Αναστασίου. Έκτοτε επιβλήθηκε δια της χαρισματικής προσωπικότητάς του.
Υπήρξε ηγέτης όχι μόνον στα εκκλησιαστικά αλλά με την πλήρη σημασία του όρου. Ήξερε να χειρίζεται τις δύσκολες καταστάσεις που βίωνε η Αλβανία εκείνα τα χρόνια. Στο γραφείο του στην αρχιεπισκοπή Τιράνων υπήρχαν στα τζάμια σημάδια από σφαίρες από την εξέγερση με τις «πυραμίδες» του 1997. Το 1998 μας ξεναγούσε στο εντυπωσιακό εξαώροφο, ιατρικό διαγνωστικό κέντρο «Ευαγγελισμός» στα Τίρανα που επρόκειτο να ανοίξει σύντομα. Ένας φύλακας τον πληροφόρησε ότι κάποιοι που ήθελαν να αποσπάσουν χρήματα, εμπόδιζαν τα φορτηγά με τα μηχανήματα να φτάσουν στο κτήριο. Έδωσε οδηγίες και ύστερα από λίγα λεπτά οπλισμένοι άνδρες είχαν προστρέξει να βοηθήσουν τους εργαζομένους να αδειάσουν τα φορτηγά.
Ύστερα από 34 χρόνια διακονίας στην Αλβανία, αφήνει πίσω του ένα τεράστιο έργο. Ξεκινώντας από το απόλυτο μηδέν, από το τίποτα, ανασυγκρότησε 460 ενορίες, αναστύλωσε 60 μοναστήρια και εκκλησίες, ανήγειρε 150 νέους ναούς, συγκρότησε θεολογική ακαδημία για την εκπαίδευση των ιερέων, ίδρυσε 50 νεανικά κέντρα και δημιούργησε χειμερινές και θερινές κατασκηνώσεις. Δεν περιορίσθηκε μόνον στα εκκλησιαστικά. Στον τομέα της υγείας παράλληλα με το διαγνωστικό κέντρο στα Τίρανα έφτιαξε 4 κέντρα υγείας στη χώρα. Στην εκπαίδευση λειτουργούν σήμερα 15 νηπιαγωγεία και παιδικοί σταθμοί, 3 δημοτικά και γυμνάσια, 4 γενικά λύκεια και 1 εκκλησιαστικό. Τέλος στα Τίρανα λειτουργεί το πανεπιστήμιο Λόγος. Μόνον ως θαύμα μπορούν να θεωρηθούν όλα αυτά.
Κρατώ μία φράση από την τελευταία μας συζήτηση τον Σεπτέμβριο του 2024: «Ο χριστιανισμός είναι σε υποχώρηση σε όλον τον κόσμο. Παντού μειώνονται οι χριστιανοί. Παντού εκτός από μία χώρα. Την Αλβανία!»
Αναστάσιος Αλβανίας: εκοιμήθη εν Κυρίω | Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
Μονόγραμμα -Αφιέρωμα στον Αρχιεπίσκοπο Αναστάσιο!
Αρχιεπίσκοπος Τιράνων Δυραχίου και Πάσης Αλβανίας κυρός Αναστάσιος