Επιλογή Διευθυντών: Όσα δεν εξηγεί το ΥΠΑΙΘΑ
Κενούμενες θέσεις Διευθυντών: περισσότερα ερωτήματα παρά απαντήσεις από το ΥΠΑΙΘΑ
Η διαδικασία επιλογής και τοποθέτησης Διευθυντών σχολικών μονάδων δεν αποτελεί μια απλή διοικητική πράξη. Από τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται εξαρτώνται η εύρυθμη λειτουργία των σχολείων, η ορθολογική κατανομή του ανθρώπινου δυναμικού και, τελικά, η ομαλή έναρξη της σχολικής χρονιάς. Για τον λόγο αυτό, κάθε σχετική απόφαση του Υπουργείου Παιδείας οφείλει να χαρακτηρίζεται από σαφή σχεδιασμό, θεσμική συνέπεια και πλήρη προβλεψιμότητα.
Ωστόσο, αντί να ενισχύσει την ασφάλεια δικαίου και την εμπιστοσύνη των εκπαιδευτικών υπηρεσιών, το ΥΠΑΙΘΑ εξέδωσε, μέσα σε διάστημα μόλις δώδεκα ημερών, δύο έγγραφα για το ίδιο ακριβώς ζήτημα: τη διαδικασία κάλυψης των κενούμενων θέσεων Διευθυντών σχολικών μονάδων και Εργαστηριακών Κέντρων. Το δεύτερο έγγραφο επιχειρεί να διευκρινίσει το πρώτο, χωρίς όμως να δίνει ουσιαστικές απαντήσεις στα κρίσιμα ερωτήματα που η ίδια η αρχική ρύθμιση δημιούργησε.
Το αποτέλεσμα δεν είναι απλώς μια διοικητική αστοχία. Δημιουργείται ένα περιβάλλον αβεβαιότητας που επηρεάζει τον προγραμματισμό των Διευθύνσεων Εκπαίδευσης, τη λειτουργία των σχολικών μονάδων και τον υπηρεσιακό σχεδιασμό εκατοντάδων εκπαιδευτικών. Και όσο τα κρίσιμα αυτά ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα, τόσο ενισχύεται η εντύπωση ότι ο σχεδιασμός ακολουθεί τις εξελίξεις, αντί να τις προλαμβάνει.
Ένα διευκρινιστικό έγγραφο που διευκρινίζει ελάχιστα
Το πρώτο έγγραφο, που εκδόθηκε στις 13 Ιουλίου 2026, προέβλεπε ότι η επαναπροκήρυξη της 3ης Αυγούστου θα αφορούσε τις κενούμενες θέσεις Διευθυντών που δεν καλύφθηκαν από τους λήγοντες αξιολογικούς πίνακες.
Δώδεκα ημέρες αργότερα, το ΥΠΑΙΘΑ εξέδωσε νέο έγγραφο, με το οποίο διευκρίνισε ότι η συγκεκριμένη επαναπροκήρυξη αφορά αποκλειστικά τις θέσεις που προέκυψαν από συνταξιοδοτήσεις έως τις 30 Ιουνίου 2026.
Η διευκρίνιση αυτή, αντί να κλείσει τη συζήτηση, άνοιξε νέα ερωτήματα.
Δεν εξηγείται γιατί χρειάστηκαν δώδεκα ημέρες για να αποσαφηνιστεί μια τόσο κρίσιμη παράμετρος της διαδικασίας. Δεν εξηγείται γιατί η συγκεκριμένη πρόβλεψη δεν συμπεριλήφθηκε εξαρχής στο πρώτο έγγραφο. Κυρίως, όμως, δεν εξηγείται γιατί επιλέχθηκε ο κατακερματισμός της διαδικασίας κάλυψης των κενούμενων θέσεων Διευθυντών ούτε αν, για τις θέσεις που θα προκύψουν μετά την έναρξη του σχολικού έτους, θα εφαρμοστεί η διαδικασία που προβλέπει ο ν. 4823/2021.
Αν το ΥΠΑΙΘΑ είχε πλήρη εικόνα της πραγματικής έκτασης του ζητήματος, όφειλε να την αποτυπώσει από την πρώτη στιγμή με σαφήνεια και πληρότητα. Αν, αντίθετα, δεν τη διέθετε, τότε ανακύπτει εύλογα το ερώτημα κατά πόσο υπήρξε ο αναγκαίος προγραμματισμός για μια διαδικασία που επηρεάζει άμεσα τη διοικητική λειτουργία των σχολικών μονάδων.
Το ερώτημα που παραμένει αναπάντητο: τι θα γίνει μετά την 31η Αυγούστου;
Το σημαντικότερο ζήτημα δεν είναι η χρονική καθυστέρηση έκδοσης του δεύτερου εγγράφου, αλλά η ίδια η λογική της ρύθμισης.
Οι θέσεις που θα προκύψουν από συνταξιοδοτήσεις, καταργήσεις ή συγχωνεύσεις μετά την 31η Αυγούστου 2026 φαίνεται ότι θα αντιμετωπιστούν με νέα, ξεχωριστή επαναπροκήρυξη. Μέχρι σήμερα, ωστόσο, δεν υπάρχει επίσημη και ρητή επιβεβαίωση ότι αυτή θα είναι πράγματι η διαδικασία που θα ακολουθηθεί.
Αν αυτή η εκτίμηση επιβεβαιωθεί, πολλές σχολικές μονάδες θα ξεκινήσουν τη νέα σχολική χρονιά χωρίς οριστικά επιλεγμένο Διευθυντή, όπως προβλέπει η κείμενη νομοθεσία, αλλά με προσωρινή διοικητική κάλυψη, εν αναμονή μιας νέας διαδικασίας, για την οποία δεν έχει ανακοινωθεί ούτε συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα ούτε σαφές θεσμικό πλαίσιο.
Αξίζει, επομένως, να εξεταστεί τι σημαίνει αυτή η επιλογή στην πράξη.
1️⃣Σχολικές μονάδες με δύο θέσεις Υποδιευθυντών
Στις σχολικές μονάδες όπου προβλέπονται δύο θέσεις Υποδιευθυντών, ο πρώτος κατά σειρά Υποδιευθυντής αναλαμβάνει προσωρινά την άσκηση καθηκόντων Διευθυντή, χωρίς να γνωρίζει για πόσο χρονικό διάστημα θα διατηρήσει αυτή την ευθύνη.
Η θέση του θα πρέπει να καλυφθεί από νέο Υποδιευθυντή, ο οποίος επίσης θα έχει μειωμένο διδακτικό ωράριο. Έτσι, από μία και μόνο κένωση θέσης Διευθυντή προκαλούνται άμεσα δύο μεταβολές στη λειτουργία της σχολικής μονάδας.
2️⃣Σχολικές μονάδες με μία θέση Υποδιευθυντή
Στις σχολικές μονάδες όπου προβλέπεται μία μόνο θέση Υποδιευθυντή, ο Υποδιευθυντής αναλαμβάνει προσωρινά καθήκοντα Διευθυντή και, λόγω της νέας του ιδιότητας, αποκτά μειωμένο διδακτικό ωράριο.
Παράλληλα, για την κάλυψη των διοικητικών αναγκών που δημιουργούνται, απαιτείται ο ορισμός άλλου εκπαιδευτικού, ο οποίος επίσης θα ασκεί καθήκοντα με αντίστοιχη μείωση του διδακτικού του ωραρίου.
3️⃣ Σχολικές μονάδες χωρίς θέση Υποδιευθυντή
Στις σχολικές μονάδες όπου δεν προβλέπεται θέση Υποδιευθυντή, ο Διευθυντής Εκπαίδευσης καλείται να ορίσει εκπαιδευτικό ως προσωρινό ασκούντα καθήκοντα Διευθυντή.
Και στην περίπτωση αυτή, η ανάθεση διοικητικών καθηκόντων συνεπάγεται μείωση του διδακτικού ωραρίου και δημιουργεί νέα δεδομένα ως προς την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών της σχολικής μονάδας.
Οι συνέπειες στην έναρξη της σχολικής χρονιάς
Με βάση τα παραπάνω δεδομένα θα οργανωθεί η έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς και θα πραγματοποιηθεί η κατανομή των λειτουργικών κενών.
Εδώ, όμως, γεννάται ένα εύλογο ερώτημα.
Είναι δεδομένο ότι οι θέσεις αυτές θα επαναπροκηρυχθούν εντός Σεπτεμβρίου; Και, εφόσον αυτό συμβεί, έχει αξιολογηθεί ο αντίκτυπος που θα έχει η νέα διαδικασία στις ήδη διαμορφωμένες υπηρεσιακές μεταβολές;
Αν ο προσωρινά ασκών καθήκοντα Διευθυντή δεν επιλεγεί τελικά ως οριστικός Διευθυντής, θα επιστρέψει στα προηγούμενα καθήκοντά του, είτε ως Υποδιευθυντής είτε ως εκπαιδευτικός, με πλήρες πλέον διδακτικό ωράριο.
Το λειτουργικό κενό που είχε δημιουργηθεί λόγω της προσωρινής του αποδέσμευσης από τη διδασκαλία, όμως, θα έχει ήδη καλυφθεί.
Τότε προκύπτει το κρίσιμο ερώτημα:
Ποιος θα μετακινηθεί; Ο εκπαιδευτικός που επιστρέφει στη θέση του ή εκείνος που τοποθετήθηκε για να καλύψει το λειτουργικό κενό; Και σε ποια σχολική μονάδα θα μετακινηθεί, όταν τα περισσότερα διαθέσιμα κενά θα έχουν ήδη καλυφθεί;
Την ίδια στιγμή, ο εκπαιδευτικός που θα επιλεγεί ως νέος οριστικός Διευθυντής θα αφήσει, με τη σειρά του, νέο λειτουργικό κενό στη σχολική μονάδα από την οποία προέρχεται.
Τι δείχνει, τελικά, αυτή η αλληλουχία μεταβολών;
Η διαδικασία αυτή δεν δημιουργεί μία μόνο υπηρεσιακή μεταβολή. Δημιουργεί μια αλληλουχία αλληλεξαρτώμενων μετακινήσεων, οι οποίες επηρεάζουν διαδοχικά τη διοικητική στελέχωση, τη διάθεση του εκπαιδευτικού προσωπικού και την κάλυψη των λειτουργικών κενών.
Πρόκειται για συνέπειες που μπορούν να προβλεφθούν ήδη από σήμερα.
Γι’ αυτό και γεννάται εύλογα το ερώτημα αν έχει υπάρξει ολοκληρωμένος σχεδιασμός για τη διαχείρισή τους ή αν οι υπηρεσίες θα κληθούν, για ακόμη μία φορά, να αντιμετωπίσουν τις επιπτώσεις εκ των υστέρων.
Αν, τελικά, η πρόθεση είναι να παραμείνουν οι προσωρινά ασκούντες καθήκοντα στις θέσεις τους για μεγάλο χρονικό διάστημα, τότε το ΥΠΑΙΘΑ οφείλει να το διευκρινίσει ρητά. Η σαφής ενημέρωση των υπηρεσιών και των εκπαιδευτικών αποτελεί προϋπόθεση για την εύρυθμη λειτουργία των σχολικών μονάδων και δεν μπορεί να υποκαθίσταται από ερμηνείες ή υποθέσεις.
Η αντίφαση με το ίδιο το ΥΠΑΙΘΑ: πού βρίσκεται ο σχεδιασσμός του EduPlan;
Το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο επιτακτικό αν ληφθεί υπόψη ότι η ίδια η πολιτική ηγεσία του ΥΠΑΙΘΑ έχει παρουσιάσει δημόσια την ηλεκτρονική πλατφόρμα EduPlan ως το βασικό εργαλείο στρατηγικού σχεδιασμού για την αποτύπωση και τη διαχείριση των λειτουργικών αναγκών της εκπαίδευσης.
Σύμφωνα με όσα έχουν επισήμως παρουσιαστεί, στόχος της πλατφόρμας είναι η έγκαιρη καταγραφή των αναγκών, η ορθολογική αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού και η λήψη αποφάσεων που περιορίζουν τις συνεχείς υπηρεσιακές μεταβολές κατά τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς.
Η διαδικασία που επιλέχθηκε, όμως, για την κάλυψη των κενούμενων θέσεων Διευθυντών φαίνεται να οδηγεί στο αντίθετο αποτέλεσμα.
Ο κατακερματισμός της διαδικασίας σε διαδοχικές επαναπροκηρύξεις δημιουργεί, ήδη από την έναρξή της, μια αλληλουχία διοικητικών και υπηρεσιακών μεταβολών που ήταν απολύτως προβλέψιμες. Κάθε προσωρινή ανάθεση καθηκόντων Διευθυντή μεταβάλλει το διδακτικό ωράριο του ίδιου του εκπαιδευτικού, επιβάλλει τον ορισμό νέου Υποδιευθυντή ή άλλου εκπαιδευτικού για την κάλυψη των διοικητικών αναγκών, επηρεάζει την κατανομή των λειτουργικών κενών και, τελικά, οδηγεί σε νέες μετακινήσεις προσωπικού.
Όταν, στη συνέχεια, ολοκληρωθεί η νέα διαδικασία επιλογής και τοποθετηθεί ο οριστικός Διευθυντής, η ισορροπία αυτή μεταβάλλεται εκ νέου. Ο προσωρινά ασκών καθήκοντα επιστρέφει στα προηγούμενα υπηρεσιακά του καθήκοντα, ενώ ο νέος Διευθυντής αφήνει, με τη σειρά του, νέο λειτουργικό κενό στη σχολική μονάδα από την οποία προέρχεται. Έτσι, ενεργοποιείται ένας νέος κύκλος μετακινήσεων και ανακατανομών προσωπικού.
Εφόσον, λοιπόν, το EduPlan σχεδιάστηκε για να υποστηρίζει τον έγκαιρο προγραμματισμό και να περιορίζει τις διαδοχικές υπηρεσιακές μεταβολές, γεννάται εύλογα το ερώτημα γιατί δεν αξιοποιήθηκε ώστε να αποφευχθεί μια διαδικασία που παράγει, εκ των προτέρων, τις ίδιες ακριβώς μεταβολές που φιλοδοξεί να περιορίσει.
Η αξία ενός σύγχρονου πληροφοριακού συστήματος δεν κρίνεται από την ύπαρξή του, αλλά από τον τρόπο με τον οποίο αξιοποιείται κατά τη λήψη των διοικητικών αποφάσεων. Όταν ο σχεδιασμός που εφαρμόζεται στην πράξη δημιουργεί προβλήματα τα οποία ήταν εξαρχής προβλέψιμα, εύλογα δημιουργείται η εντύπωση ότι οι δυνατότητες του εργαλείου δεν αξιοποιήθηκαν στον βαθμό που θα μπορούσαν.
Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν υπάρχει το EduPlan. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν ο σχεδιασμός της συγκεκριμένης διαδικασίας αντανακλά τη φιλοσοφία του ορθολογικού προγραμματισμού που το ίδιο το Υπουργείο έχει παρουσιάσει ως στρατηγική του επιλογή.
Γιατί όχι μία ενιαία προκήρυξη;
Μέχρι σήμερα δεν έχει δοθεί πειστική εξήγηση για ποιον λόγο δεν προκηρύσσονται εξαρχής, κατά την προγραμματισμένη διαδικασία της 3ης Αυγούστου, όλες οι γνωστές ή αντικειμενικά προβλέψιμες κενούμενες θέσεις, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που θα προκύψουν από ήδη γνωστές συνταξιοδοτήσεις μετά την 31η Αυγούστου 2026.
Η επιλογή διαδοχικών επαναπροκηρύξεων δεν φαίνεται να υπηρετεί ούτε την ταχύτητα ολοκλήρωσης της διαδικασίας ούτε την αποτελεσματικότερη οργάνωση των σχολικών μονάδων.
Αντίθετα, οδηγεί στον κατακερματισμό του προγραμματισμού, παρατείνει την περίοδο διοικητικής αβεβαιότητας, αυξάνει τον αριθμό των υπηρεσιακών μεταβολών και μεταθέτει χρονικά την οριστική στελέχωση των σχολείων.
Εφόσον οι περισσότερες από τις μεταβολές αυτές είναι ήδη γνωστές ή μπορούν να προβλεφθούν με μεγάλη ακρίβεια, εύλογα γεννάται το ερώτημα αν ένας ενιαίος σχεδιασμός θα μπορούσε να περιορίσει σημαντικά τις διαδοχικές υπηρεσιακές ανακατατάξεις και να εξασφαλίσει μεγαλύτερη διοικητική σταθερότητα από την έναρξη της σχολικής χρονιάς.
Απαιτείται ολοκληρωμένος σχεδιασμός, όχι διαδοχικές διορθώσεις
Η διοίκηση της εκπαίδευσης δεν μπορεί να βασίζεται σε διαδοχικά διευκρινιστικά έγγραφα που εκδίδονται αφού έχουν ήδη ανακύψει ερωτήματα από τις υπηρεσίες. Σε ζητήματα που επηρεάζουν άμεσα τη λειτουργία των σχολικών μονάδων, ο σχεδιασμός οφείλει να προηγείται των αποφάσεων και όχι να διαμορφώνεται εκ των υστέρων.
Για τον λόγο αυτό, ζητούμε από το ΥΠΑΙΘΑ:
- Να δώσει σαφείς και τεκμηριωμένες απαντήσεις σχετικά με τον τρόπο διοικητικής κάλυψης των σχολικών μονάδων που θα παραμείνουν χωρίς οριστικά τοποθετημένο Διευθυντή μετά την 31η Αυγούστου 2026, μέχρι την ολοκλήρωση της νέας διαδικασίας επιλογής.
- Να δεσμευθεί σε συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για την προκήρυξη των θέσεων αυτών, ώστε να μην παραμένει το ζήτημα σε καθεστώς αβεβαιότητας.
- Να εξετάσει τη δυνατότητα ενός ενιαίου σχεδιασμού, που θα περιλαμβάνει και τις ήδη γνωστές ή προβλέψιμες κενούμενες θέσεις, περιορίζοντας τον κατακερματισμό της διαδικασίας.
- Να παρουσιάσει τον τρόπο με τον οποίο θα αντιμετωπιστούν οι αλυσιδωτές υπηρεσιακές μεταβολές που θα προκύψουν από την οριστική τοποθέτηση νέων Διευθυντών μετά την προσωρινή κάλυψη των θέσεων.
- Να διευκρινίσει με ποιον τρόπο η συγκεκριμένη διαδικασία εναρμονίζεται με τη φιλοσοφία του EduPlan, το οποίο έχει παρουσιαστεί ως εργαλείο ορθολογικού σχεδιασμού των λειτουργικών αναγκών της εκπαίδευσης.
Η εκπαιδευτική κοινότητα δεν έχει ανάγκη από διαδοχικές διορθώσεις ούτε από ερμηνείες που δίνονται εκ των υστέρων. Έχει ανάγκη από σαφείς κανόνες, έγκαιρο προγραμματισμό και διοικητική σταθερότητα.
Το ζητούμενο δεν είναι η έκδοση ενός ακόμη διευκρινιστικού εγγράφου. Το ζητούμενο είναι να διασφαλιστεί ότι οι σχολικές μονάδες θα ξεκινήσουν τη νέα σχολική χρονιά με ολοκληρωμένο σχεδιασμό, θεσμική σαφήνεια και διοικητική συνέχεια.
Η εύρυθμη λειτουργία της δημόσιας εκπαίδευσης προϋποθέτει αποφάσεις που προλαμβάνουν τα προβλήματα και δεν περιορίζονται στη διαχείρισή τους αφού αυτά έχουν ήδη εμφανιστεί.
Επιλογή Διευθυντών: Όσα δεν εξηγεί το ΥΠΑΙΘΑ