Εργατικά Ατυχήματα Αναγνώριση στο Δημόσιο Θέση Επιτροπής 22ου Συνεδρίου ΟΛΜΕ
Επιτροπή Θέσεων 22ου Συνεδρίου ΟΛΜΕ: Εργατικά Ατυχήματα – Αναγνώριση στο Δημόσιο
Πρόεδρος της Επιτροπής ορίστηκε από το Συνέδριο ο Παπαχρήστου Βασίλειος, εκλέκτορας του ΠΥΣΔΕ Σερρών και Αιρετός του ΑΠΥΣΔΕ Κεντρικής Μακεδονίας.
Το Σάββατο 1 Ιουλίου, η Επιτροπή επεξεργάστηκε επί ώρες το σύνολο των κατατεθειμένων προτάσεων, καταλήγοντας σε θέσεις κοινής αποδοχής από όλες τις παρατάξεις, τις οποίες παρουσιάσαμε στην Ολομέλεια του Συνεδρίου.
Μία από τις θέσεις που συγκέντρωσαν ευρεία σύγκλιση αφορά την αναγνώριση των εργατικών ατυχημάτων στο δημόσιο και την εκπαίδευση. Την παραθέτω παρακάτω, με την ελπίδα να αποτελέσει προτεραιότητα διεκδίκησης για το νέο Διοικητικό Συμβούλιο της ΟΛΜΕ απέναντι στο ΥΠΑΙΘΑ.
Εισήγηση
Η ελληνική νομοθεσία δεν καλύπτει επαρκώς τα εργατικά ατυχήματα ούτε στον ιδιωτικό, και επί της ουσίας καθόλου στον δημόσιο τομέα. Παρότι η Διεθνής Σύμβαση Εργασίας 155 (ILO) κυρώθηκε στην Ελλάδα με τον Ν.5239/2025, δεν υπάρχει καμία εφαρμοστική διάταξη που να ορίζει την ευθύνη του εργοδότη, την έννοια του εργατικού ατυχήματος ή τις προβλεπόμενες άδειες και αποζημιώσεις — με αποτέλεσμα πολλά ατυχήματα εκπαιδευτικών να μην καταγράφονται καν ως τέτοια.
Η Επιτροπή Θέσεων κρίνει ότι το ζήτημα συνδέεται άμεσα με την ασφάλεια των σχολικών κτιρίων, την άνιση μεταχείριση αναπληρωτών/τριών σε σχέση με μονίμους, και την ανάγκη πλήρους ένταξης της Σύμβασης 155 στην ελληνική νομοθεσία, ώστε να διασφαλιστεί αξιοπρεπής προστασία για όλους τους εργαζόμενους στην εκπαίδευση.
Πλήρες κείμενο της θέσης
Εργατικά ατυχήματα – αναγνώριση στο δημόσιο
Το πρώτο εξάμηνο του 2026 έχουν ήδη καταγραφεί επισήμως σχεδόν 80 εργατικά ατυχήματα. Ωστόσο, ο αριθμός αυτός υποεκτιμά την πραγματικότητα, καθώς η ελληνική νομοθεσία δεν καλύπτει όλα τα εργατικά ατυχήματα στον ιδιωτικό τομέα και επί της ουσίας κανένα στον δημόσιο τομέα.
Η Διεθνής Σύμβαση Εργασίας υπ’ αρ. 155 (ILO) «για την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων και το εργασιακό περιβάλλον» (1981) προβλέπει κανόνες για:
Πρόληψη ατυχημάτων: Τη χάραξη, εφαρμογή και περιοδική επανεξέταση μιας εθνικής πολιτικής για την επαγγελματική ασφάλεια, την υγεία και το περιβάλλον εργασίας.
Εργασιακούς κινδύνους: Τη λήψη μέτρων που στοχεύουν στην πρόληψη των κινδύνων που προκύπτουν από την εργασία, μειώνοντας στο ελάχιστο τις αιτίες των κινδύνων για την υγεία.
Συνεργασία & Ευθύνες: Τη συνεργασία μεταξύ διοίκησης και εργαζομένων στο επίπεδο της επιχείρησης και την επιβολή ευθυνών σε εργοδότες όσον αφορά την ασφαλή συντήρηση των εγκαταστάσεων και του εξοπλισμού.
Μάλιστα στο Άρθρο 3 της σύμβασης προβλέπεται ότι, για τους σκοπούς αυτής, ο όρος «κλάδοι οικονομικής δραστηριότητας» καλύπτει όλους τους κλάδους στους οποίους απασχολούνται εργαζόμενοι, συμπεριλαμβανομένων των δημοσίων υπηρεσιών· ο όρος «εργαζόμενοι» καλύπτει όλους τους απασχολούμενους, περιλαμβανομένων των δημοσίων υπαλλήλων· ο όρος «τόπος εργασίας» καλύπτει όλους τους χώρους στους οποίους πρέπει να βρίσκονται ή να μεταβαίνουν οι εργαζόμενοι λόγω της εργασίας τους· ο όρος «υγεία» σε σχέση με την εργασία δεν αφορά μόνο την απουσία ασθένειας ή αναπηρίας, αλλά περιλαμβάνει επίσης τα σωματικά και ψυχικά στοιχεία που επηρεάζουν την υγεία.
Παρότι από το 2010 (ν.3850) έχει κυρωθεί ο κώδικας νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων και η προαναφερθείσα Σύμβαση 155 κυρώθηκε στην Ελλάδα με το Άρθρο 47 του Νόμου 5239/2025 (ΦΕΚ Α 178/17.10.2025), δεν έχει υπάρξει μέχρι σήμερα καμία εφαρμοστική διάταξη στην ελληνική νομοθεσία (πέραν της εγκυκλίου 45/2010 που αφορά τους μισθωτούς ΕΦΚΑ – τέως ΙΚΑ – ΕΤΑΜ). Δεν υπάρχει εφαρμοστική διάταξη που να ορίζει την ευθύνη του εργοδότη, την έννοια του εργατικού ατυχήματος, τις προβλεπόμενες άδειες ή αποζημιώσεις κ.λπ. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα πολλά εργατικά ατυχήματα και στον ιδιωτικό τομέα, αλλά κυρίως στον δημόσιο, να μην καταγράφονται ως τέτοια και ως εκ τούτου να μην υπάρχουν οι απαραίτητες παροχές σε όσους/ες τα υπέστησαν.
Τα τελευταία χρόνια καταγράφεται με αυξανόμενη συχνότητα η εκδήλωση εργατικών ατυχημάτων εκπαιδευτικών είτε εντός του σχολικού περιβάλλοντος είτε κατά τη μετακίνησή τους μεταξύ των σχολείων που καλούνται να συμπληρώσουν το ωράριό τους. Πολύ συχνά είναι επίσης τα εργατικά ατυχήματα των εκπαιδευτικών που υπηρετούν στα ειδικά σχολεία, στην προσπάθειά τους να διαχειριστούν δύσκολες καταστάσεις που προκύπτουν σε αυτά.
Το φαινόμενο αυτό αναδεικνύει με ιδιαίτερα έντονο τρόπο τα σοβαρά ζητήματα που αφορούν τις συνθήκες εργασίας στην εκπαίδευση, την ασφάλεια των σχολικών μονάδων και την καταλληλότητα των κτηριακών υποδομών για μαθητές/τριες και εκπαιδευτικούς. Η κατάσταση είναι ιδιαίτερα ανησυχητική στα αστικά κέντρα, όπου η έλλειψη σχολικών κτιρίων είναι μεγάλη, με αποτέλεσμα πολλές σχολικές μονάδες να στεγάζονται σε ακατάλληλους ή επικίνδυνους χώρους, όπως παλαιά και ασυντήρητα κτίρια ή προκατασκευασμένες αίθουσες ελαφρού τύπου με ανεπαρκείς υποδομές υγιεινής. Παράλληλα, συχνά καταγράφονται κακοτεχνίες στους αύλειους και εσωτερικούς χώρους των σχολείων, καθώς επίσης η παλαιότητα των κτιρίων σε συνδυασμό με την ελλιπή ή παντελή απουσία συντήρησης των σχολικών κτιρίων από μεριά των Δήμων εντείνει τους κινδύνους για την ασφάλεια της σχολικής κοινότητας. Τα περιστατικά αυτά καθιστούν επιτακτική την ανάγκη συστηματικού ελέγχου, συντήρησης και πιστοποίησης της ασφάλειας όλων των σχολικών κτηρίων από τις αρμόδιες υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένων στατικών, ηλεκτρολογικών και λοιπών τεχνικών ελέγχων.
Τα εργατικά ατυχήματα στην εκπαίδευση αναδεικνύουν ακόμα περισσότερο το διαχρονικό πρόβλημα της άνισης μεταχείρισης των αναπληρωτών/τριών εκπαιδευτικών σε σχέση με τους/τις μόνιμους/ες. Η διαφοροποίηση αυτή αφορά τόσο τα εργασιακά όσο και τα ασφαλιστικά τους δικαιώματα, δημιουργώντας ένα καθεστώς επισφαλούς εργασίας και θεσμικής ανισότητας. Σήμερα, οι αναπληρωτές/τριες δικαιούνται ελάχιστες ημέρες αναρρωτικής άδειας με αποδοχές, ενώ μετά την παρέλευση του διαστήματος αυτού υφίστανται απώλεια μισθού και προϋπηρεσίας. Ωστόσο, η πραγματικότητα των εργατικών ατυχημάτων συχνά απαιτεί πολύμηνη αποκατάσταση και αποχή από την εργασία. Ενδεικτική είναι η περίπτωση αναπληρώτριας εκπαιδευτικού, η οποία, μετά από εργατικό ατύχημα στο σχολείο και χειρουργική επέμβαση, χρειάστηκε τρίμηνη ανάρρωση — γεγονός που επέφερε σοβαρές εργασιακές και οικονομικές συνέπειες λόγω του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου. Δυστυχώς μέχρι σήμερα η κυβέρνηση αντιμετωπίζει τους/τις αναπληρωτές/τριες εκπαιδευτικούς ως ευέλικτο και αναλώσιμο προσωπικό του εκπαιδευτικού συστήματος.
Απαιτούμε:
- Να ενταχθεί πλήρως στην ελληνική νομοθεσία η Σύμβαση 155 με όλες τις απαραίτητες εφαρμοστικές διατάξεις.
- Να οριστεί σαφώς ο ορισμός της ευθύνης του εργοδότη και του εργατικού ατυχήματος, με τρόπο που να καλύπτει τόσο τον τόπο εργασίας όσο και τη μετακίνηση από και προς αυτήν.
- Να υπάρξει πλήρης αναγνώριση των εργατικών ατυχημάτων στο δημόσιο και την εκπαίδευση.
- Να προβλεφθούν ειδικές άδειες εργατικών ατυχημάτων με αποδοχές για όσο διάστημα χρειαστεί η ανάρρωση, καθώς και πλήρη κάλυψη ιατρικών εξόδων.
- Να θεσμοθετηθεί η εξίσωση των δικαιωμάτων αναπληρωτών/τριών και μόνιμων εκπαιδευτικών.
- Να γίνει πλήρης στατικός, ηλεκτρολογικός και τεχνικός έλεγχος όλων των σχολικών κτηρίων, πιστοποίηση της ασφάλειάς τους, συντήρηση και αποκατάσταση κακοτεχνιών σε όλες τις σχολικές μονάδες.
Εργατικά Ατυχήματα Αναγνώριση στο Δημόσιο Θέση Επιτροπής 22ου Συνεδρίου ΟΛΜΕ