Διευκρινιστική εγκύκλιος νέου πειθαρχικού δικαίου των δημοσίων υπαλλήλων δημοσιεύθηκε με αριθμ. πρωτ. ΔΙΔΑΔ/Φ.69/276 /οικ.17614/7-11-2025 και θέμα:
Νόμος 5225/2025 «Αναμόρφωση του πειθαρχικού δικαίου των υπαλλήλων του δημόσιου τομέα, σύσταση Ελληνικού Κέντρου Εμπειρογνωμοσύνης Διοικητικών Μεταρρυθμίσεων και λοιπές διατάξεις», Α΄ 152
Σας ενημερώνουμε ότι στο ΦΕΚ 152 Α΄, το οποίο επανεκτυπώθηκε λόγω σφάλματος, δημοσιεύτηκε ο ν. 5225/2025 «Αναμόρφωση του πειθαρχικού δικαίου των υπαλλήλων του δημόσιου τομέα, σύσταση Ελληνικού Κέντρου Εμπειρογνωμοσύνης Διοικητικών Μεταρρυθμίσεων και λοιπές διατάξεις», στο Μέρος Α’ του οποίου περιλαμβάνονται νομοθετικές ρυθμίσεις που αφορούν σε τροποποιήσεις διατάξεων του Κώδικα Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν.3528/2007, εφεξής ΥΚ) και του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων (ν. 3584/2007, εφεξής ΚΚΔΚΥ) για θέματα πειθαρχικού δικαίου και θέματα υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων.
Ειδικότερα, με τις νέες ρυθμίσεις προβλέπονται τα εξής:
Α. ΚΩΛΥΜΑΤΑ ΔΙΟΡΙΣΜΟΥ
Α.1. ΠΟΙΝΙΚΗ ΚΑΤΑΔΙΚΗ, ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΣΗ, ΑΝΑΚΛΗΣΗ ΔΙΟΡΙΣΜΟΥ
Με το άρθρο 3 και το άρθρο 49 του νόμου τροποποιούνται το άρθρο 8 και το άρθρο 16 του Υπαλληλικού Κώδικα και του ΚΚΔΚΥ αντίστοιχα και επέρχονται οι εξής αλλαγές:
α) Στην περ. α’ της παρ. 1 των άρθρων 8 του ΥΚ και 16 του ΚΚΔΚΥ προστίθενται νέα ποινικά αδικήματα που συνιστούν κωλύματα για τον διορισμό ως δημοσίου υπαλλήλου ή υπαλλήλου ΟΤΑ α΄ βαθμού. Συγκεκριμένα, δεν διορίζονται υπάλληλοι όσοι καταδικάσθηκαν για κακούργημα και σε οποιαδήποτε ποινή για κλοπή, υπεξαίρεση, απάτη, απάτη με υπολογιστή, εκβίαση, πλαστογραφία, πλαστογραφία πιστοποιητικών, απιστία δικηγόρου, απιστία, δωροληψία, δωροδοκία, παράνομη βεβαίωση ή είσπραξη δικαιωμάτων του Δημοσίου, παράβαση καθήκοντος, ψευδή βεβαίωση, υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, υπεξαγωγή εγγράφων, οποιοδήποτε άλλο έγκλημα σχετικά με την υπηρεσία, οποιοδήποτε έγκλημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας και της οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, οποιοδήποτε έγκλημα του Τέταρτου και Πέμπτου Κεφαλαίου του Δεύτερου Βιβλίου του Ποινικού Κώδικα (ν. 4619/2019, Α’ 95), περί εγκλημάτων κατά των πολιτειακών και πολιτικών οργάνων, κατά του Προέδρου της Δημοκρατίας, της Βουλής, της Κυβέρνησης και οργάνων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, και περί προσβολών κατά της πολιτειακής εξουσίας, αντίστοιχα, οποιοδήποτε έγκλημα ενδοοικογενειακής βίας, νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, εγκληματική οργάνωση, τρομοκρατικές πράξεις – τρομοκρατική οργάνωση, αξιόποινη υποστήριξη, παραβίαση της νομοθεσίας περί ναρκωτικών, λαθρεμπορίας, όπλων, πυρομαχικών και τυχερών παιχνιδιών, τουλάχιστον δύο (2) φορές για συκοφαντική δυσφήμηση ή τουλάχιστον δύο (2) φορές για ψευδή καταμήνυση.
Διευκρινίζεται ότι η καταδικαστική απόφαση οποιουδήποτε βαθμού αποτελεί κώλυμα διορισμού για τα ποινικά αδικήματα που προβλέπονται στις προαναφερθείσες διατάξεις της περ. α’ της παρ. 1 του αρ.8 του Υ.Κ. δεδομένου ότι οι διατάξεις του Υ.Κ., όπου θέλουν να προσδιορίσουν τη δικαστική απόφαση, το ορίζουν ρητώς, όπως στο αρ. 149 του Υ.Κ. βάσει του οποίου απαιτείται αμετάκλητη δικαστική απόφαση για την αυτοδίκαιη έκπτωση υπαλλήλου.
Υπενθυμίζεται ότι προς απόδειξη της μη συνδρομής του κωλύματος του διορισμού των περ. α έως γ΄ της παρ. 1 και παρ. 1Α των άρθρων 8 του ΥΚ και 16 του ΚΚΔΚΥ, απαιτείται αντίγραφο ποινικού μητρώου δικαστικής χρήσεως (σχετική και η αρ. 7/2019 Γνωμοδότηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου).
β) Στην περ. β’ της παρ. 1 των άρθρων 8 του Υ.Κ. και 16 του ΚΚΔΚΥ προστίθεται ως κώλυμα διορισμού η παραπομπή και με απευθείας κλήση στο ακροατήριο για κακούργημα, σύμφωνα με το άρθρο 309 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ν. 4620/2019), ενώ παραμένει ως κώλυμα η παραπομπή με τελεσίδικο βούλευμα τόσο για κακούργημα όσο και για τα πλημμελήματα της περ. α’, έστω και αν το αδίκημα έχει παραγραφεί,
γ)Στην περ. γ’ της παρ. 1 των άρθρων 8 του Υ.Κ. και 16 του ΚΚΔΚΥ προστίθεται η προβλεπόμενη στον νέο Ποινικό Κώδικα παρεπόμενη ποινή της αποστέρησης δημόσιας θέσης ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού αξιώματος.
δ) Με την περ. ε’ της παρ. 1 των άρθρων 8 του Υ.Κ. και 16 του ΚΚΔΚΥ προστίθεται νέο κώλυμα διορισμού και συγκεκριμένα δεν διορίζεται αν δεν παρέλθει δεκαετία από την ανάκληση, εκείνος, του οποίου έχει ανακληθεί ο διορισμός, εφόσον προκλήθηκε με δόλο ή παρανομία από τον ίδιο σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 20 του ΥΚ και την παρ.2 του άρθρου 27 του ΚΚΔΚΥ ή άλλη αντίστοιχη διάταξη.
Προκειμένου να διαπιστωθεί η ύπαρξη ή ανυπαρξία του κωλύματος αυτού, ο ενδιαφερόμενος προς διορισμό οφείλει να υποβάλει υπεύθυνη δήλωση, η οποία ελέγχεται αυτεπάγγελτα από την αρμόδια υπηρεσία διορισμού με βάση τα στοιχεία που τηρούνται στο Μητρώο Απογραφής Ελληνικού Δημοσίου. Για τον έλεγχο του εν λόγω κωλύματος διορισμού σχετική είναι η αριθ. ΔΙΠΑΑΔ/Φ.81/763/ οικ.43036/12-12-2019 εγκύκλιος (ΑΔΑ: ΨΣΙ446ΜΤΛ6-Ε7Λ).
ε) Προστίθεται παρ. 1Α στα άρθρα 8 του Υ.Κ. και 16 του ΚΚΔΚΥ, με την οποία προβλέπεται πλέον ρητώς ότι το κώλυμα διορισμού αφορά και σε περιπτώσεις καταδίκης ή παραπομπής όχι μόνο για τετελεσμένα εγκλήματα αλλά και για την απόπειρα τέλεσής τους, καθώς και όχι μόνο για τη φυσική αυτουργία αλλά και για κάθε μορφή συμμετοχής στην τέλεση των εγκλημάτων (συναυτουργία, ηθική αυτουργία, συνέργεια), με τους όρους του Ποινικού Κώδικα (ν. 4619/2019).
Α.2. ΑΠΟΛΥΣΗ ΑΠΟ ΑΛΛΗ ΘΕΣΗ ΓΙΑ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ Ή ΛΟΓΩ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΓΙΑ ΣΠΟΥΔΑΙΟ ΛΟΓΟ
Με το άρθρο 4 και το άρθρο 50 του νόμου τροποποιούνται το άρθρο 9 του ΥΚ και το άρθρο 17 του ΚΚΔΚΥ αντίστοιχα, που αφορούν στο κώλυμα διορισμού λόγω απόλυσης από άλλη θέση για πειθαρχικούς λόγους ή λόγω καταγγελίας της σύμβασης από την υπηρεσία για σπουδαίο λόγο οφειλόμενο σε υπαιτιότητα του εργαζόμενου.
Ειδικότερα:
α) Το κώλυμα διευρύνεται και αφορά όσους απολύθηκαν από θέση δημόσιας υπηρεσίας ή Ο.Τ.Α. ή άλλου νομικού προσώπου του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται στην περ. α΄ της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 (Α΄ 143), ή νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου του δημόσιου τομέα που δεν περιλαμβάνεται στη Γενική Κυβέρνηση, όπως αυτή ορίζεται στο ανωτέρω άρθρο, λόγω επιβολής της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσης ή λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας για σπουδαίο λόγο που οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργαζόμενου.
β) Αυξάνεται το χρονικό διάστημα ισχύος του κωλύματος από τα πέντε (5) στα δέκα (10) έτη.
γ) Το κώλυμα νέου διορισμού καταλαμβάνει ρητώς και όσους υπαλλήλους δεν απολύθηκαν μεν λόγω επιβολής και εκτέλεσης της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσης αλλά απώλεσαν την υπαλληλική τους ιδιότητα (π.χ. με παραίτηση) και ακολούθως τους επιβλήθηκε αμετάκλητα η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης λόγω συνέχισης της πειθαρχικής διαδικασίας μετά τη λύση της υπαλληλικής τους σχέσης.
Για τον έλεγχο του κωλύματος αυτού, απαιτείται ομοίως η υποβολή υπεύθυνης δήλωσης του υποψηφίου προς διορισμού, το αληθές περιεχόμενο της οποίας ελέγχεται και διασταυρώνεται με τα στοιχεία που τηρούνται στο Μητρώο Ανθρώπινου Δυναμικού Ελληνικού Δημοσίου.
Σημειώνεται ότι, ενόψει της επικείμενης μετάβασης από το Μητρώο Ανθρώπινου Δυναμικού Ελληνικού Δημοσίου στο νέο Σύστημα Διαχείρισης Ανθρώπινου Δυναμικού Δημόσιας Διοίκησης σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 57 και 60 του Ν. 5149/2024 (ΦΕΚ 169 Α’) και την υπ΄ αριθμ. ΔΙΠΑΑΔ/Φ.81/1180/οικ14633/11-9-2025 (ΦΕΚ Β’ 5152) απόφαση με θέμα «Ρύθμιση θεμάτων διαδικασίας μετάπτωσης δεδομένων από το Μητρώο Ανθρώπινου Δυναμικού Ελληνικού Δημοσίου (ΜΑΔΕΔ) στο Σύστημα Διαχείρισης Ανθρώπινου Δυναμικού της Δημόσιας Διοίκησης (ΣΔΑΔ), ο έλεγχος των ανωτέρω κωλυμάτων θα γίνεται από το νέο σύστημα.
Α.3.Εφαρμογή και έναρξη ισχύος των προαναφερόμενων διατάξεων:
Σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη της παρ. 8 του άρθρου 66 του ν. 5225/2025, τα άρθρα 3, 4, 49 και 50, με τα οποία τροποποιούνται τα άρθρα 8 και 9 του ΥΚ και τα άρθρα 16 και 17 του ΚΚΔΚΥ αντίστοιχα, και τα οποία ισχύουν από τη δημοσίευση του νόμου (άρθρο 122), δεν εφαρμόζονται σε διοριστέους ή προσληπτέους κατόπιν συμμετοχής τους σε προκηρύξεις ή ανακοινώσεις πλήρωσης θέσεων, που εκδόθηκαν βάσει του ν. 4765/2021 (Α΄6) ή βάσει ειδικών διατάξεων μέχρι και τη δημοσίευση του ν. 5225/2025, ήτοι έως και 2/9/2025. Σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση, οι διατάξεις αυτές έχουν άμεση εφαρμογή, ήτοι εφαρμόζονται από τη δημοσίευση του νόμου.
Βάσει των ανωτέρω, αναλόγως της ημερομηνίας δημοσίευσης της προκήρυξης/ανακοίνωσης πλήρωσης θέσεων που εκδόθηκε βάσει των διαδικασιών ΑΣΕΠ ή βάσει άλλων διατάξεων, οι Υπηρεσίες θα πρέπει να εφαρμόζουν κατά περίπτωση τις διατάξεις περί κωλυμάτων διορισμού, ήτοι τις διατάξεις του ΥΚ και του ΚΚΔΚΥ όπως ίσχυαν μέχρι και την τροποποίησή τους με τις διατάξεις του ν. 5225/2025, εφόσον οι προκηρύξεις/ανακοινώσεις έχουν εκδοθεί έως και τις 2/9/2025, ενώ σε κάθε άλλη περίπτωση διορισμού ή πρόσληψης με ή χωρίς προκήρυξη/ανακοίνωση που πραγματοποιείται μετά τις 2/9/2025 εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις των σχετικών άρθρων του ΥΚ και του ΚΚΔΚΥ, όπως τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις του ν. 5225/2025.
Ειδικότερα:
- Ο έλεγχος του κωλύματος διορισμού σε διοριστέους ή προσληπτέους που συμμετείχαν σε προκηρύξεις ή ανακοινώσεις πλήρωσης θέσεων, που εκδόθηκαν βάσει του ν. 4765/2021 (Α΄6) ή βάσει ειδικών διατάξεων μέχρι και τη δημοσίευση του ν. 5225/2025, ήτοι έως και 2/9/2025, γίνεται σύμφωνα με την αριθ. ΔΙΠΑΑΔ/Φ.81/763/ οικ.43036/12-12-2019 εγκύκλιο (ΑΔΑ: ΨΣΙ446ΜΤΛ6- Ε7Λ) μέσω της λειτουργίας «Έλεγχος Κωλύματος Διορισμού Υπαλλήλου» του Μητρώου Ανθρώπινου Δυναμικού Ελληνικού Δημοσίου. Μετά την έναρξη λειτουργίας του Σύστηματος Διαχείρισης Ανθρώπινου Δυναμικού της Δημόσιας Διοίκησης, ο έλεγχος θα γίνεται μέσω όμοιας λειτουργίας.
- Ο έλεγχος του κωλύματος διορισμού σε διοριστέους ή προσληπτέους που συμμετέχουν σε προκηρύξεις ή ανακοινώσεις πλήρωσης θέσεων που εκδίδονται από 3/9/2025 και εφεξής, ή σε διοριστέους/προσληπτέους βάσει ειδικών διατάξεων, σύμφωνα με τις οποίες δεν προβλέπεται η έκδοση προκήρυξης/ανακοίνωσης, θα γίνεται μεταβατικά και μέχρι την υλοποίηση της νέας λειτουργίας στο Σύστημα Διαχείρισης Ανθρώπινου Δυναμικού της Δημόσιας Διοίκησης, με αποστολή εμπιστευτικού εγγράφου, το οποίο θα υποβάλλεται στην παρακάτω μονάδα του Υπουργείου Εσωτερικών:
Υπουργείο Εσωτερικών
Γενική Γραμματεία Δημόσιας Διοίκησης
Γενική Διεύθυνση Ανθρώπινου Δυναμικού Δημόσιου Τομέα
Διεύθυνση Προγραμματισμού και Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού Τμήμα Ο.Π.Σ. Ανθρώπινου Δυναμικού και Στατιστικών Αναλύσεων Ταχ. Δ/νση: Βασιλίσσης Σοφίας 15, 10674, Αθήνα
Στην περίπτωση που διαπιστωθεί ότι ο υπάλληλος έχει διαγραφεί με αιτιολογία που συνιστά κώλυμα διορισμού, οι Υπηρεσίες θα πρέπει να επικοινωνούν με τον φορέα που έχει πραγματοποιήσει τη διαγραφή, προκειμένου να επιβεβαιωθεί ότι δεν πρόκειται για σφάλμα. Ειδικά στην περίπτωση που διαπιστωθεί ότι ο υπάλληλος έχει απολέσει την υπαλληλική ιδιότητα με άλλες αιτιολογίες, πχ
«Παραίτηση», οι Υπηρεσίες θα πρέπει να επικοινωνούν με τον φορέα που έχει πραγματοποιήσει τη διαγραφή, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν έχει επιβληθεί στον υποψήφιο αμετάκλητα η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης.
Β. ΑΝΑΚΛΗΣΗ ΔΙΟΡΙΣΜΟΥ
Με τα άρθρα 5 και 51 του νόμου προστίθεται παρ. 5 στα άρθρα 20 του Υ.Κ. και 27 του ΚΚΔΚΥ, με την οποία προβλέπεται ότι η διάρκεια της διαδικασίας ανάκλησης του διορισμού από το αρμόδιο όργανο δεν μπορεί να υπερβεί τους τρεις (3) μήνες.
Με την ρύθμιση αυτή προβλέπεται ένα εύλογο χρονικό διάστημα, το οποίο ήδη προβλέπεται στις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, (ν. 2690/1999, άρθρο 2, σύμφωνα με το οποίο «Με την επιφύλαξη του επόμενου άρθρου, τα διοικητικά όργανα οφείλουν να προβαίνουν, αυτεπαγγέλτως, στις ενέργειες που προβλέπονται από τις ισχύουσες διατάξεις εντός των οριζομένων, σχετικών, προθεσμιών. Σε περίπτωση που δεν προβλέπεται σχετική προθεσμία, η ενέργεια συντελείται εντός ευλόγου χρόνου, ο οποίος δεν μπορεί να υπερβεί το τρίμηνο), προκειμένου τα αρμόδια όργανα να προβαίνουν κατά δέσμια αρμοδιότητα σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την έκδοση ή μη της απαιτούμενης πράξεως ανάκλησης διορισμού, στο πλαίσιο τήρησης της αρχής της νομιμότητας και διαφύλαξης του κύρους της δημόσιας υπηρεσίας. Τυχόν υπαίτια υπέρβαση της ανωτέρω προβλεπόμενης προθεσμίας δύναται να οδηγήσει σε πειθαρχική δίωξη των αρμοδίων οργάνων.
Γ. Προϋποθέσεις αναγνώρισης χρόνου αναστολής άσκησης καθηκόντων και αργίας
Με το άρθρο 6 του νόμου τροποποιείται το άρθρο 89 του Υπαλληλικού Κώδικα και προβλέπεται ότι το εάν ο χρόνος της αναστολής άσκησης καθηκόντων (άρθρο 104 του ΥΚ) θα υπολογιστεί στον χρόνο για προαγωγή, συναρτάται πλέον με την αμετάκλητη κατάληξη της ποινικής ή της πειθαρχικής δίωξης, όπως ισχύει και για τον χρόνο της αργίας. Συγκεκριμένα, δεν υπολογίζεται στο χρόνο προαγωγής ο χρόνος της αναστολής άσκησης καθηκόντων ή/και της αργίας που επιβλήθηκε είτε εξαιτίας ποινικής δίωξης που κατέληξε αμετάκλητα σε οποιαδήποτε καταδίκη είτε εξαιτίας πειθαρχικής δίωξης που κατέληξε αμετάκλητα σε πειθαρχική ποινή τουλάχιστον προστίμου αποδοχών τριών (3) μηνών.
Σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη της παρ. 9 του άρθρου 66 του νόμου το άρθρο 6 εφαρμόζεται στις περιπτώσεις υπαλλήλων που τίθενται σε αναστολή άσκησης καθηκόντων μετά τη δημοσίευση του νόμου και ως εκ τούτου δεν επηρεάζεται η βαθμολογική κατάταξη υπαλλήλων, στους οποίους το μέτρο της αναστολής άσκησης καθηκόντων επιβλήθηκε πριν από τη δημοσίευση του νόμου (2/9/2025).
Δ. ΠΑΡΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΚΚΡΕΜΗΣ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗ Ή ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΩΞΗ
Με το άρθρο 47 και 59 του νόμου τροποποιείται η παρ. 2 του άρθρου 148 του ΥΚ και του άρθρου 152 του ΚΚΔΚΥ αντίστοιχα και προστίθεται παρ. 2Α. Με τις ως άνω διατάξεις, όπως τροποποιούνται, προβλέπονται πλέον τα εξής:
- Η ήδη ασκηθείσα πειθαρχική δίωξη σε βάρος του υπαλλήλου δεν εμποδίζει την υποβολή παραίτησης. Στην περίπτωση αυτή, ωστόσο, η πειθαρχική διαδικασία δεν παύει σύμφωνα με το άρθρο 113 του ΥΚ περί λήξης της πειθαρχικής ευθύνης. Επίσης, ούτε η εκκρεμής ποινική δίωξη εμποδίζει πλέον τη δυνατότητα υποβολής παραίτησης.
- Η παραίτηση θεωρείται ότι δεν έχει υποβληθεί, εάν κατά την υποβολή της εκκρεμεί κατά του υπαλλήλου προκαταρκτική ή ένορκη διοικητική εξέταση ή, εάν, εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την υποβολή της, θα εκκινήσει προκαταρκτική ή ένορκη διοικητική εξέταση. Σε αυτή την περίπτωση, νέα αίτηση παραίτησης δύναται να υποβληθεί μετά την πάροδο τριών (3) μηνών από την επομένη της ημερομηνίας υποβολής της πρώτης αίτησης παραίτησης, χρονικό διάστημα εντός του οποίου πρέπει υποχρεωτικά να έχει ολοκληρωθεί η εκκρεμής προκαταρκτική ή ένορκη διοικητική εξέταση και να έχει ασκηθεί τυχόν πειθαρχική δίωξη σε βάρος του υπαλλήλου.
Διευκρινίζεται ότι η Διοίκηση οφείλει να ενημερώσει εγγράφως τον ενδιαφερόμενο υπάλληλο για το γεγονός ότι η αίτηση παραίτησής του θεωρείται μη υποβληθείσα βάσει της προαναφερόμενης διάταξης. Περαιτέρω, διευκρινίζεται ότι η προθεσμία των τριών (3) μηνών για την ολοκλήρωση της προκαταρκτικής ή ένορκης διοικητικής εξέτασης και η τυχόν άσκηση πειθαρχικής δίωξης θα πρέπει να τηρείται απαρεγκλίτως από τα αρμόδια όργανα της Διοίκησης, προκειμένου αφενός να διασφαλίζεται η τήρηση της αρχής της νομιμότητας και αφετέρου να μην θίγονται τα δικαιώματα των υπαλλήλων. Τυχόν δε υπαίτια καθυστέρηση και υπέρβαση της εν λόγω προθεσμίας δύναται να στοιχειοθετήσει πειθαρχικό παράπτωμα.
Ε. ΑΥΤΟΔΙΚΑΙΗ ΕΚΠΤΩΣΗ
Με το άρθρο 48 του νόμου τροποποιείται το άρθρο 149 του ΥΚ.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τις τροποποιούμενες διατάξεις του αρ. 149 του Υ.Κ., ο υπάλληλος εκπίπτει αυτοδικαίως της υπηρεσίας, εφόσον με αμετάκλητη δικαστική απόφαση:
α) καταδικασθεί σε ποινή τουλάχιστον πρόσκαιρης κάθειρξης ή σε οποιαδήποτε ποινή για αδίκημα από τα αναφερόμενα στην περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 8 του ΥΚ, ή σε οποιαδήποτε ποινή για λιποταξία,
β) του επιβληθεί στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων ή η παρεπόμενη ποινή της αποστέρησης δημόσιας θέσης ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού αξιώματος, που κατέχει.
Σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη της παρ. 10 του άρθρου 66 του ν. 5225/2025 τα άρθρα 48 και 60, με τα οποία τροποποιούνται το άρθρο 149 του ΥΚ και το αντίστοιχο άρθρο 153 του ΚΚΔΚΥ που αφορά στην έκπτωση, εφαρμόζονται σε περιπτώσεις υπαλλήλων, για τους οποίους οι προϋποθέσεις εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων συντρέχουν μετά τη δημοσίευση του νόμου. Ως εκ τούτου για τα αδικήματα που προστίθενται στο άρθρο 8 του ΥΚ και στο άρθρο 16 του ΚΚΔΚΥ με τις διατάξεις του ν. 5225/2025 προκειμένου ένας υπάλληλος να εκπέσει αυτοδίκαια από την υπηρεσία θα πρέπει η αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση για αυτά τα αδικήματα να εκδοθεί μετά τη δημοσίευση του ν. 5225/2025 ήτοι μετά τις 2/9/2025. Επισημαίνεται ότι για όποιον υπάλληλο η αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση για αδικήματα που προστίθενται στο άρθρο 8 του ΥΚ με τις διατάξεις του ν. 5225/2025, είχε εκδοθεί πριν τις 2/9/2025 δεν εκπίπτει αυτοδίκαια.
ΣΤ. ΑΡΓΙΑ
ΣΤ.1. ΑΥΤΟΔΙΚΑΙΗ ΑΡΓΙΑ
Με τα άρθρα 7 και 53 του νόμου τροποποιούνται τα άρθρα 103 του ΥΚ και 107 του ΚΚΔΚΥ, αντίστοιχα. Ειδικότερα επέρχονται οι εξής τροποποιήσεις:
α) Τροποποιείται η περ. α’ της παρ. 1 και διευρύνονται οι λόγοι θέσης σε αυτοδίκαιη αργία, Σύμφωνα με την περ. α’ τίθεται αυτοδίκαια σε αργία «α) Ο υπάλληλος, ο οποίος στερήθηκε την προσωπική του ελευθερία, ύστερα από ένταλμα προσωρινής κράτησης ή βούλευμα ή δικαστική απόφαση, έστω και αν απολύθηκε με εγγύηση ή ανεστάλη η εκτέλεση της ποινής ή της απόφασης ή ο υπάλληλος στον οποίο επιβλήθηκε κατ’ οίκον περιορισμός με ηλεκτρονική επιτήρηση ή περιοριστικοί όροι σε αντικατάσταση προσωρινής κράτησης».
Σε περίπτωση επιβολής ποινής στερητικής της ελευθερίας με αναστολή εκτέλεσης της ποινής ή της απόφασης, ο υπάλληλος τίθεται σε αργία για τόσο χρονικό διάστημα όση είναι η διάρκεια της επιβληθείσας ποινής ενώ σε περίπτωση επιβολής κατ΄οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση ή περιοριστικών όρων σε αντικατάσταση προσωρινής κράτησης, ο υπάλληλος τίθεται σε αργία για όσο χρόνο διαρκεί ο περιορισμός ή οι περιοριστικοί όροι.
β) Προστίθεται περ. δ’, σύμφωνα με την οποία τίθεται αυτοδίκαια σε αργία ο υπάλληλος, σε βάρος του οποίου ασκήθηκε ποινική δίωξη για οποιοδήποτε κακούργημα. Λαμβάνοντας δε υπόψη ότι σύμφωνα με την παρ. 3 των άρθρων 103 του ΥΚ και 107 του ΚΚΔΚΥ για τη θέση σε αργία εκδίδεται διαπιστωτική πράξη, ο υπάλληλος σε αυτή την περίπτωση θα τίθεται αυτοδίκαια σε αργία από τον χρόνο που συνέτρεξε το γεγονός, ήτοι από την άσκηση της ποινικής δίωξης, όπως προκύπτει από τη σχετική ενημέρωση της αρμόδιας Εισαγγελίας (παρ. 6 άρθρου 114 του ΥΚ) και όχι από την ενημέρωση της αρμόδιας Υπηρεσίας Προσωπικού.
γ) Προστίθεται εδάφιο στην παρ. 2, με το οποίο προβλέπεται ότι υπάλληλος, ο οποίος τέθηκε σε αργία σύμφωνα με τις περ. γ) και δ) της παρ. 1 των άρθρων 103 του Υπαλληλικού Κώδικα ή 107 του ΚΚΔΚΥ, ήτοι λόγω άσκησης ποινικής δίωξης είτε για οποιοδήποτε έγκλημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή για οποιοδήποτε έγκλημα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής (σχετική η αριθ. ΔΙΔΑΔ/Φ.69/169/οικ. 14175/12-7-2021 εγκύκλιος, ΑΔΑ: ΨΦΛΛ46ΜΤΛ6-7ΜΓ) είτε για οποιοδήποτε κακούργημα, επανέρχεται αυτοδίκαια στα καθήκοντά του με διαπιστωτική πράξη, αν αθωωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση. Ως εκ τούτου, υπάλληλος που έχει τεθεί αυτοδίκαια σε αργία λόγω ποινικής δίωξης κατά τα ανωτέρω δεν επανέρχεται από το καθεστώς της αργίας με μόνη την έκδοση αθωωτικής απόφασης σε α’ βαθμό, αλλά απαιτείται αυτή να καταστεί τελεσίδικη.
Σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη της παρ. 10 του άρθρου 66 του ν. 5225/2025, τα άρθρα 7 και 53 που αφορούν στην αυτοδίκαιη αργία εφαρμόζονται σε περιπτώσεις υπαλλήλων, για τους οποίους οι προϋποθέσεις εφαρμογής της νέας διάταξης συντρέχουν μετά τη δημοσίευση του νόμου.
Για παράδειγμα: 1) Υπάλληλος, κατά του οποίου έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για κακούργημα πριν από τη δημοσίευση του νόμου, ήτοι πριν από τις 2/9/2025, δεν θα τεθεί αυτοδίκαια σε αργία, ούτε αναδρομικά ούτε με τη δημοσίευση του ν. 5225/2025, καθώς η προϋπόθεση (άσκηση ποινικής δίωξης για κακούργημα) συνέτρεξε πριν από τη δημοσίευση του νόμου.
2) Υπάλληλος, στον οποίο έχει επιβληθεί ποινή στερητική της ελευθερίας με αναστολή της ποινής πριν από τη δημοσίευση του ν. 5225/2025, ήτοι πριν από τις 2/9/2025, δεν τίθεται αυτοδίκαια σε αργία, ούτε αναδρομικά ούτε με τη δημοσίευση του ν. 5225/2025, καθώς η προϋπόθεση (επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας με αναστολή) συνέτρεξε πριν από τη δημοσίευση του νόμου.
ΣΤ.2. ΔΥΝΗΤΙΚΗ ΑΡΓΙΑ
Με τα άρθρα 8 και 54 του νόμου τροποποιούνται το άρθρο 104 του ΥΚ και 108 του ΚΚΔΚΥ, αντίστοιχα και επέρχονται οι εξής τροποποιήσεις:
α) Λαμβάνοντας υπόψη τις αλλαγές που επήλθαν στα άρθρα 103 του Υπαλληλικού Κώδικα και 107 του ΚΚΔΚΥ αποσαφηνίζεται στην περ. α΄ της παρ. 1 των άρθρων 104 του ΥΚ και 108 του ΚΚΔΚΥ ότι ο υπάλληλος δύναται να τεθεί σε αργία σε περίπτωση άσκησης ποινικής δίωξης για οποιοδήποτε από τα αδικήματα της νέας διάταξης της περ. α’ των άρθρων 8 του ΥΚ και 16 του ΚΚΔΚΥ, με εξαίρεση τις περιπτώσεις άσκησης ποινικής δίωξης είτε για οποιοδήποτε έγκλημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή για οποιοδήποτε έγκλημα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής είτε για οποιοδήποτε κακούργημα, για τις οποίες ο υπάλληλος τίθεται αυτοδίκαια σε αργία κατά τα ανωτέρω. Παραμένει σε ισχύ η ρύθμιση, σύμφωνα με την οποία ειδικά, σε σχέση με το αδίκημα της παράβασης καθήκοντος ο υπάλληλος μπορεί να τίθεται σε δυνητική αργία μόνο εφόσον έχει παραπεμφθεί στο ακροατήριο για το αδίκημα αυτό και όχι με μόνη την άσκηση ποινικής δίωξης.
β) Αυξάνεται ο χρόνος για τον οποίο μπορεί να επιβληθεί το μέτρο της αναστολής άσκησης καθηκόντων από έναν (1) σε δύο (2) μήνες. Η αναστολή άσκησης των καθηκόντων αίρεται αυτοδίκαια, εάν, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δύο (2) μηνών από την κοινοποίηση στον υπάλληλο του μέτρου της αναστολής, δεν του κοινοποιηθεί η πράξη με την οποία τίθεται σε αργία κατόπιν της προβλεπόμενης γνωμοδότησης του πειθαρχικού συμβουλίου. Για τη διαδικασία θέσης υπαλλήλου σε δυνητική αργία και τη συνέχιση αυτής σχετική είναι η αριθ. ΔΙΔΑΔ/Φ.69/122/οικ. 14540/23-7-2020 εγκύκλιος (ΑΔΑ: 6ΟΞΚ46ΜΤΛ6-Ι2Δ).
γ) Προστίθεται παρ. 6, με την οποία προβλέπεται ως νέο διοικητικό μέτρο ότι σε περιπτώσεις δημοσίου συμφέροντος, ο υπάλληλος δύναται, με απόφαση του αρμόδιου οργάνου, να μετακινείται υποχρεωτικά ή να μετατίθεται κατόπιν σύμφωνης γνώμης του υπηρεσιακού συμβουλίου από την οργανική μονάδα, όπου υπηρετεί, για τη διασφάλιση της αντικειμενικότητας της διαδικασίας διερεύνησης διάπραξης πειθαρχικού παραπτώματος ή ποινικού αδικήματος και της εύρυθμης λειτουργίας της δημόσιας υπηρεσίας. Σε περίπτωση μετάθεσης, το υπηρεσιακό συμβούλιο εξετάζει κατ’ απόλυτη προτεραιότητα το ερώτημα και γνωμοδοτεί εντός αποκλειστικής προθεσμίας δέκα (10) ημερών. Όπως αναφέρεται και στην Ανάλυση Συνεπειών Ρύθμισης σκοπός της ρύθμισης είναι να μην μπορεί ο υπάλληλος να παρακωλύσει τη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων, όταν διερευνάται η τέλεση κάποιου πειθαρχικού παραπτώματος με το οποίο φέρεται ότι σχετίζεται ο υπάλληλος και ως εκ τούτου προϋπόθεση για την επιβολή του μέτρου είναι να έχει εκκινήσει κάποια διαδικασία διερεύνησης τέλεσης πειθαρχικού παραπτώματος ή ποινικού αδικήματος, στο οποίο εμπλέκεται ο υπάλληλος, στον οποίον επιβάλλεται το εν λόγω μέτρο.
Σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη της παρ. 10 του άρθρου 66 του ν. 5225/2025 τα άρθρα 8 και 54 που αφορούν στη δυνητική αργία εφαρμόζονται σε περιπτώσεις υπαλλήλων, για τους οποίους οι προϋποθέσεις εφαρμογής των ανωτέρω νέων διατάξεων συντρέχουν μετά τη δημοσίευση του νόμου. Για παράδειγμα: 1) Υπάλληλος, κατά του οποίου εκκρεμεί κατά δημοσίευση του νόμου (2/9/2025) ποινική δίωξη για αδίκημα που αφορά σε παραβίαση της νομοθεσίας περί ναρκωτικών (ένα από τα αδικήματα που προστέθηκαν στην περ. α’ της παρ. 1 των άρθρων 8 του ΥΚ και 16 του ΚΚΔΚΥ) δεν δύναται να τεθεί σε δυνητική αργία δυνάμει της περ. α’ της παρ. 1 των άρθρων 104 του ΥΚ και 108 του ΚΚΔΚΥ λόγω της ποινικής δίωξης, καθώς η ποινική δίωξη είχε ασκηθεί πριν από τη δημοσίευση του νόμου, οπότε κατά το χρόνο άσκησης της ποινικής δίωξης δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις θέσης σε δυνητική αργία δεδομένου ότι η σχετική νομοθετική ρύθμιση δεν ίσχυε κατά τον χρόνο εκείνο.
2) Το μέτρο της αναστολής άσκησης καθηκόντων που έχει επιβληθεί σε υπάλληλο ήδη κατά τη δημοσίευση του νόμου (2.9.2025) αίρεται αυτοδίκαια με την πάροδο τριάντα (30) ημερών, όπως προβλεπόταν στην προϊσχύουσα διάταξη και όχι με την πάροδο δύο (2) μηνών, όπως προβλέπεται στη νέα διάταξη, δεδομένου ότι οι προϋποθέσεις για την επιβολή του μέτρου συνέτρεξαν πριν από τη δημοσίευση του νόμου.
ΣΤ.3 ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΑΡΓΙΑΣ
Με τα άρθρα 9 και 55 του νόμου τροποποιούνται τα άρθρα 105 του Υπαλληλικού Κώδικα και 109 του ΚΚΔΚΥ, αντίστοιχα και επέρχονται οι εξής αλλαγές:
α) Στην παρ. 1 προβλέπεται πλέον ρητώς ότι κατά την διάρκεια επιβολής του μέτρου της αναστολής άσκησης καθηκόντων ο υπάλληλος απέχει από την άσκηση των κύριων και παρεπόμενων καθηκόντων του.
β) Τροποποιείται η παρ. 2 και πλέον προβλέπονται νέες προϋποθέσεις για την επιστροφή αποδοχών αργίας. Ειδικότερα, το υπόλοιπο των αποδοχών που δεν καταβάλλονται κατά τη διάρκεια της αργίας ή μέρος αυτού μπορούν να αποδοθούν στον υπάλληλο μετά από ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του πειθαρχικού συμβουλίου, εφόσον i) απαλλαγεί με αμετάκλητη δικαστική απόφαση ή ii) τιμωρηθεί αμετάκλητα με πειθαρχική ποινή προστίμου αποδοχών έως τεσσάρων (4) μηνών. Για παράδειγμα, υπάλληλος για τον οποίον εκδόθηκε καταδικαστική απόφαση ή στον οποίον επιβλήθηκε πειθαρχική ποινή ανώτερη του προστίμου αποδοχών τεσσάρων (4) μηνών ή ο οποίος έχει απαλλαγεί με πρωτόδικη μόνο δικαστική απόφαση δεν δικαιούται να ζητήσει την επιστροφή των αποδοχών που δεν του καταβάλλονταν κατά τη διάρκεια της αργίας.
Εάν ο υπάλληλος απαλλαγεί αμετάκλητα από κάθε πειθαρχική ευθύνη ή δεν επιβληθεί πειθαρχική ποινή (π.χ. λόγω παύσης της δίωξης) ή αποδειχθεί αβάσιμη η υπόνοια για έκνομη διαχείριση, επιστρέφεται το μέρος των αποδοχών που παρακρατήθηκε χωρίς να απαιτείται απόφαση του πειθαρχικού συμβουλίου.
γ) Προβλέπεται ότι ο υπάλληλος, στον οποίο επιβλήθηκε από το πειθαρχικό συμβούλιο πειθαρχική ποινή οριστικής παύσης, παύει να δικαιούται αποδοχές αργίας.
δ) Προβλέπεται πλέον ρητώς ότι πέραν του ότι κατά τη διάρκεια της αργίας και της αναστολής άσκησης καθηκόντων εφαρμόζονται τα άρθρα 31 έως 35 του ΥΚ και 38-42 του ΚΚΔΚΥ περί περιορισμών των υπαλλήλων και ασυμβίβαστων έργων ή ιδιοτήτων, επιπλέον δεν επιτρέπεται οποιαδήποτε υπηρεσιακή μεταβολή του υπαλλήλου.
ε) Κατόπιν θέσπισης του νέου διοικητικού μέτρου της υποχρεωτικής μετακίνησης ή μετάθεσης με την παρ. 6 των άρθρων 104 του ΥΚ και 108 του ΚΚΔΚΥ προβλέπεται ότι ο υπάλληλος δύναται να επανέλθει κατόπιν αίτησής του, στην οργανική μονάδα, από την οποία μετακινήθηκε ή μετατέθηκε, εφόσον απαλλαγεί από κάθε πειθαρχική ή ποινική ευθύνη ή δεν του επιβληθεί πειθαρχική ποινή ή του επιβληθεί οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή έως το πρόστιμο αποδοχών τεσσάρων (4) μηνών.
Σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη της παρ. 10 του άρθρου 66 του ν. 5225/2025 τα άρθρα 9 του ΥΚ και 55 του ΚΚΔΚΥ που αφορούν στις συνέπειες της αργίας εφαρμόζονται σε περιπτώσεις υπαλλήλων, για τους οποίους οι προϋποθέσεις εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων συντρέχουν μετά τη δημοσίευση του νόμου.
Ειδικότερα, σύμφωνα με την ως άνω μεταβατική διάταξη, για όσους τελούν σε καθεστώς αργίας κατά τη δημοσίευση του νόμου ή έχουν τεθεί σε καθεστώς αργίας πριν από τη δημοσίευσή του, εφαρμόζονται τα άρθρα 105 του Υπαλληλικού Κώδικα και 109 του ΚΚΔΚΥ, όπως ίσχυαν μέχρι την τροποποίησή τους με τα άρθρα 9 και 55, αντίστοιχα του ν. 5225/2025 .
Για παράδειγμα: Υπάλληλος, ο οποίος κατά τη δημοσίευση του νόμου βρίσκεται ήδη σε καθεστώς αργίας δύναται να ζητήσει την επιστροφή αποδοχών που δεν του καταβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της αργίας σύμφωνα με τη διάταξη των άρθρων 105 του Υπαλληλικού Κώδικα και 109 του ΚΚΔΚΥ, όπως ίσχυαν πριν την τροποποίησή του με τον ν. 5225/2025.
Ζ. ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 122 του νόμου 5225/2025 τα άρθρα 10 έως 45 του νόμου, με τα οποία τροποποιούνται τα άρθρα 107 και επ. του Υπαλληλικού Κώδικα που περιλαμβάνουν διατάξεις πειθαρχικού δικαίου, ισχύουν από 1.1.2026.
Έως 31.12.2025 εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα, όπως ίσχυαν πριν από την τροποποίησή τους με τον ν. 5225/2025 (σχετικό και το Κεφάλαιο Ζ.23 της παρούσας για τις μεταβατικές διατάξεις).
Για την εφαρμογή των ως άνω νέων διατάξεων από 1.1.2026 και στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των Κεφαλαίων Α’ και Β’ του π.δ. 410/1988 (Α΄ 191) και κατέχουν οργανικές ή προσωποπαγείς θέσεις, σχετικά είναι τα αναφερόμενα στο Κεφάλαιο Ζ.22 της παρούσας εγκυκλίου.
Σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 65 του νόμου 5225/2025, οι διατάξεις του Κώδικα Δημόσιων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., όπως διαμορφώνονται με τον ν. 5225/2025, με τις οποίες προβλέπονται πειθαρχικά παραπτώματα και πειθαρχικές ποινές, όπως και διαδικαστικής φύσεως διατάξεις, εφαρμόζονται αναλόγως στο μόνιμο και με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου προσωπικό των δήμων, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου αυτών, καθώς και των ιδρυμάτων και Συνδέσμων Δήμων. Για τις αργίες, για τα πειθαρχικά όργανα και τους πειθαρχικούς προϊσταμένους και την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, καθώς και για την ένορκη διοικητική εξέταση εφαρμόζονται, αντίστοιχα, τα άρθρα 107 έως 109, 120 έως 123 και 130 του ΚΚΔΚΥ, όπως διαμορφώνονται με τον νόμο 5225/2025.
Επιπλέον, όσον αφορά στους ΟΤΑ α΄ και β΄ βαθμού, σύμφωνα με το άρθρο 122 του νόμου 5225/2025 τα άρθρα 56 έως 58 και 62 του νόμου, με τα οποία τροποποιούνται τα άρθρα 120, 122 και 130 του ΚΚΔΚΥ και το άρθρο 252 του νόμου 3852/2010, αντίστοιχα, ισχύουν από 1.1.2026. Έως 31-12- 2025, εφαρμόζονται για τους μεν ΟΤΑ α΄ βαθμού οι σχετικές διατάξεις του ΚΚΔΚΥ που αφορούν σε πειθαρχικά όργανα, αρμοδιότητα πειθαρχικώς προϊσταμένων και ένορκη διοικητική εξέταση, για τους δε ΟΤΑ β΄ βαθμού οι διατάξεις του άρθρου 252 του νόμου 3852/2010, όπως ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους με τον νόμο 5225/2025.
Ζ.1. ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΠΑΡΑΠΤΩΜΑΤΑ
Με το άρθρο 10 του νόμου τροποποιείται το άρθρο 107 του Υπαλληλικού Κώδικα με την προσθήκη και την τροποποίηση των απαριθμούμενων στην παρ. 1 πειθαρχικών παραπτωμάτων. Ειδικότερα:
α) Το πειθαρχικό παράπτωμα της περ. γ’ αφορά πλέον όλα τα εγκλήματα σχετικά με την υπηρεσία κατά τον Ποινικό Κώδικα (Δωδέκατο Κεφάλαιο του Ποινικού Κώδικα, ν.4619/2019, άρθρα 235-263) ή άλλους ειδικούς ποινικούς νόμους και όχι μόνο την παράβαση καθήκοντος κατά τον Ποινικό Κώδικα,
β) Στο παράπτωμα της περ. στ’ προστίθεται και η περίπτωση της παράλειψης δήλωσης κωλύματος συμφέροντος.
γ)Το πειθαρχικό παράπτωμα της περ. ζ’ τροποποιείται για να συμπεριλάβει όλες τις μορφές διακρίσεων και παραβίασης της ίσης μεταχείρισης βάσει της κείμενης νομοθεσίας
δ) Προστίθεται περ. ζα’ και προβλέπεται πλέον ως διακριτό πειθαρχικό παράπτωμα η εκδήλωση κάθε μορφής βίας και παρενόχλησης στην εργασία, σύμφωνα με τον ν. 4808/2021 (Α’ 101), κατά την άσκηση των καθηκόντων,
ε) Προστίθεται περ. ιθα’ και προβλέπεται πλέον ως διακριτό πειθαρχικό παράπτωμα η άρνηση υπαλλήλου να λάβει μέρος, να διευκολύνει ή να προβεί στη διαδικασία αξιολόγησης είτε ως αξιολογητής είτε ως αξιολογούμενος (σχετικό και το πειθαρχικό παράπτωμα που με το άρθρο 61 του ν. 5225/2025 προστίθεται ως παρ. 8 στο άρθρο 8 του ν.4940/2022),
στ) Στο παράπτωμα της περ. κδ’ προστίθεται και η περίπτωση της παράλειψης ή καθυστέρησης έκδοσης διαπιστωτικής πράξης έκπτωσης από την υπηρεσία.
ζ) Στο παράπτωμα της περ. κε’ προστίθεται και η περίπτωση συμμετοχής σε εταιρείες κατά παράβαση του άρθρου 32 του ΥΚ ή άσκησης έργων ασυμβίβαστων με την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου σύμφωνα με τα άρθρα 33 και 34 του ΥΚ,
η) Στο παράπτωμα της περ. λγ’ περί κατάθεσης, χρήσης, συμπερίληψης και διατήρησης στον ατομικό υπηρεσιακό φάκελο υπαλλήλου, πλαστού, νοθευμένου ή παραποιημένου πιστοποιητικού ή τίτλου ή βεβαιώσεως προστίθεται η επιφύλαξη εφαρμογής του άρθρου 20 του ΥΚ περί ανάκλησης διορισμού, δεδομένου ότι σύμφωνα με τη διαμορφωθείσα νομολογία (ενδεικτικά βλ. ΣτΕ 633/2023 σκέψη 13 και ΣτΕ 2760/2022 σκέψη 15) σε περίπτωση που αποδειχθεί ότι υπάλληλος κατά τη διαδικασία υποβολής δικαιολογητικών προσκόμισε παραποιημένο έγγραφο, η Διοίκηση είναι υποχρεωμένη προς αποκατάσταση της νομιμότητας να προβεί στην ανάκληση του διορισμού αντί της έγερσης πειθαρχικής δίωξης σε βάρος του.
Σύμφωνα με το άρθρο 65 του νόμου, ειδικά πειθαρχικά παραπτώματα αποτελούν :
- για τους υπαλλήλους των Ο.Τ.Α. α’ βαθμού, η άρνησή τους να φέρουν τα μέσα ατομικής προστασίας που τους χορηγεί η υπηρεσία κατά τον χρόνο της εργασίας τους και η μη προσέλευσή τους στον προληπτικό ιατρικό έλεγχο. Η μη παροχή των μέσων ατομικής προστασίας στους δικαιούχους υπαλλήλους των Ο.Τ.Α. α’ βαθμού συνιστά σοβαρή παράβαση καθήκοντος του αρμόδιου οργάνου διοίκησης, η οποία τιμωρείται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις περί πειθαρχικού ελέγχου των οργάνων διοίκησης των δήμων, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ιδρυμάτων και συνδέσμων δήμων.
- για το ένστολο προσωπικό της δημοτικής αστυνομίας, η άρνησή του να φέρει τη στολή και το διακριτικό σήμα που του χορηγεί η υπηρεσία κατά τον χρόνο της εργασίας του.
Ζ.2. ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΕΣ ΠΟΙΝΕΣ
Με το άρθρο 12 του νόμου τροποποιείται το άρθρο 109 του Υπαλληλικού Κώδικα που αφορά τις πειθαρχικές ποινές, οι οποίες παρατίθενται στην παρ. 1 με σειρά αύξουσας βαρύτητας. Ειδικότερα:
α) Στις ήδη προβλεπόμενες πειθαρχικές ποινές προστίθενται οι νέες ποινές των περ. γ’ και δ’ της παρ. 1 του άρθρου 109: γ) η στέρηση του δικαιώματος χορήγησης μισθολογικού κλιμακίου από ένα (1) έως πέντε (5) έτη και δ) η αφαίρεση έως τεσσάρων (4) μισθολογικών κλιμακίων,
β) Οι ποινές των περ. στ’ και ζ’ τροποποιούνται ως εξής: στ) η στέρηση του δικαιώματος συμμετοχής σε διαδικασία επιλογής προϊσταμένου οργανικής μονάδας οποιουδήποτε επιπέδου και η απαγόρευση άσκησης καθηκόντων προϊσταμένου κατ’ αναπλήρωση ή με ειδικές διατάξεις για διάστημα από ένα (1) έως πέντε (5) έτη και ζ) η αφαίρεση της άσκησης των καθηκόντων προϊσταμένου οργανικής μονάδας οποιουδήποτε επιπέδου για τη θητεία ή το υπόλοιπό της και η απαγόρευση άσκησης καθηκόντων προϊσταμένου με γενικές ή ειδικές διατάξεις για διάστημα από ένα (1) έως πέντε (5) έτη,
γ) Στην νέα παρ. 1Α του άρθρου 109 παρατίθενται αναλυτικά τα πειθαρχικά παραπτώματα, για τα οποία
μπορεί να επιβληθεί η ποινή της οριστικής παύσης.
δ) Στην παρ. 3 αναφέρονται οι περιπτώσεις όπου δύναται πέραν των πειθαρχικών ποινών να επιβληθούν
και διοικητικές κυρώσεις.
ε) Με την παρ. 4 ορίζονται τα ανώτερα και κατώτερα όρια των ποινών που μπορούν να επιβληθούν ανά πειθαρχικό παράπτωμα.
Προς διευκόλυνση των αρμοδίων οργάνων, επισυνάπτεται ως παράρτημα στην παρούσα, πίνακας με τα πειθαρχικά παραπτώματα και τις προβλεπόμενες κατά περίπτωση ποινές καθώς και ο κατ΄ αρχάς προβλεπόμενος χρόνος παραγραφής σύμφωνα με τις διατάξεις του ΥΚ. Εξυπακούεται ότι το ανώτατο όριο της ποινής συναρτάται και με το πειθαρχικό όργανο που επιβάλλει την ποινή και τα προβλεπόμενα ανά πειθαρχικό όργανο ανώτατα όρια των ποινών, όπως αποτυπώνονται στον πίνακα του Κεφαλαίου Ζ.8 της παρούσας εγκυκλίου.
Ζ.3. ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ
Με το άρθρο 14 τροποποιείται το άρθρο 112 του Υπαλληλικού Κώδικα, στο οποίο περιλαμβάνονται οι κανόνες της παραγραφής. Ειδικότερα:
α) Για κάποια από τα υφιστάμενα πειθαρχικά παραπτώματα καθορίζεται εκ νέου ο χρόνος παραγραφής τους ενώ καθορίζεται και ο χρόνος παραγραφής των νέων πειθαρχικών παραπτωμάτων.
β) Στην παρ. 2 προστίθενται οι εξής ρυθμίσεις «[…] Η έκδοση αμετάκλητου βουλεύματος ή αμετάκλητης ποινικής απόφασης, με την οποία παύει η ποινική δίωξη ή κηρύσσεται αθώος ο υπάλληλος, δεν αναιρεί τη διακοπή της παραγραφής του πειθαρχικού παραπτώματος. Η παραγραφή πειθαρχικών παραπτωμάτων με διαρκή χαρακτήρα εκκινεί από την τελευταία πράξη, που συνιστά πειθαρχική παράβαση».
γ) Στην παρ. 3 προσδιορίζεται πλέον ρητώς ότι σε περίπτωση παραπομπής στο πειθαρχικό συμβούλιο η παραγραφή διακόπτεται με την έκδοση του παραπεμπτηρίου εγγράφου από το αρμόδιο όργανο, ανεξαρτήτως του πότε κοινοποιήθηκε στον υπάλληλο.
Ζ.4 ΛΗΞΗ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ
Με το άρθρο 15 του ν.5225/2025 τροποποιείται το άρθρο 113 του Υπαλληλικού Κώδικα που αφορά στη λήξη της πειθαρχικής ευθύνης και στη συνέχιση της πειθαρχικής διαδικασίας που έχει εκκινήσει και μετά τη λύση της υπαλληλικής σχέσης του υπαλλήλου. Ειδικότερα:
α) Στην παρ. 2 προστίθεται εδάφιο, με το οποίο διευκρινίζεται ότι σε περίπτωση συνέχισης της πειθαρχικής διαδικασίας μετά τη λύση της υπαλληλικής σχέσης του υπαλλήλου και μετατροπής της επιβλητέας ποινής σε ποινή προστίμου αποδοχών έως δώδεκα (12) μηνών, τα ένδικα βοηθήματα που δύνανται να ασκηθούν κατά της πειθαρχικής απόφασης προσδιορίζονται με βάση την αρχικώς επιβλητέα ποινή και όχι την ποινή προστίμου, στην οποία μετατράπηκε η αρχικώς επιβλητέα ποινή. Για παράδειγμα: Το Πειθαρχικό Συμβούλιο εξετάζει υπόθεση υπαλλήλου, του οποίου η υπαλληλική σχέση λύθηκε μετά την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης αλλά πριν από την έκδοση της πειθαρχικής απόφασης. Το Πειθαρχικό Συμβούλιο με την απόφασή του επιβάλλει την ποινή της οριστικής παύσης, την οποία λόγω λύσης της υπαλληλικής σχέσης μετατρέπει σε ποινή προστίμου αποδοχών δώδεκα (12) μηνών. Τα ένδικα βοηθήματα κατά της εν λόγω πειθαρχικής απόφασης θα προσδιοριστούν με βάση την αρχικώς επιβλητέα ποινή της οριστικής παύσης και όχι βάσει της κατά μετατροπή επιβληθείσας ποινής του προστίμου.
β) Προστίθεται παρ. 3, σύμφωνα με την οποία, «3. Αν η υπαλληλική σχέση του υπαλλήλου, σε βάρος του οποίου έχει επιβληθεί πειθαρχική ποινή ανώτερη του προστίμου, λυθεί πριν από την έναρξη εκτέλεσης της πειθαρχικής ποινής ή ενόσω αυτή διαρκεί, η πειθαρχική ποινή μπορεί να μετατραπεί σε ποινή προστίμου αποδοχών έως δώδεκα (12) μηνών, με απόφαση του πειθαρχικού συμβουλίου, κατόπιν παραπομπής σε αυτό από τα όργανα του άρθρου 123». Με την παρούσα διάταξη δίνεται η δυνατότητα εκ νέου εισαγωγής μιας πειθαρχικής υπόθεσης στο πειθαρχικό συμβούλιο προκειμένου, εφόσον λύθηκε η υπαλληλική σχέση του διωκόμενου υπαλλήλου μετά την έκδοση της πειθαρχικής απόφασης αλλά πριν από την εκτέλεση της ποινής, το πειθαρχικό συμβούλιο να μπορεί να μετατρέπει την επιβληθείσα ποινή σε ποινή προστίμου που θα μπορεί να εκτελεστεί.
Ζ.5. ΣΧΕΣΗ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΗ
Με το άρθρο 16 τροποποιείται το άρθρο 114 του Υπαλληλικού Κώδικα και προβλέπονται τα εξής:
α) Καταργείται η κατ’ εξαίρεση δυνατότητα αναστολής της πειθαρχικής διαδικασίας λόγω εκκρεμούς ποινικής δίκης.
β) Τροποποιείται η παρ. 6 και προστίθεται εδάφιο, με το οποίο προβλέπεται ότι αν από τα έγγραφα που έχουν στη διάθεσή τους οι Εισαγγελίες, τα δικαστήρια ή τα σωφρονιστικά καταστήματα δεν προκύπτει η υπηρεσία του δημοσίου υπαλλήλου οι ανακοινώσεις που αφορούν ποινικές υποθέσεις δημοσίων υπαλλήλων γίνονται κατ’ εξαίρεση στο Υπουργείο Εσωτερικών και η αρμόδια υπηρεσία αναζητείται από τα στοιχεία του υπαλλήλου που τηρούνται στο Μητρώο Ανθρώπινου Δυναμικού Ελληνικού Δημοσίου. Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με την εν λόγω ρύθμιση ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών έχει υποχρέωση να ανακοινώνει αμέσως στην υπηρεσία του υπαλλήλου κάθε ποινική δίωξη που ασκείται κατ’ αυτού, ο Γραμματέας του Δικαστηρίου ή του δικαστικού συμβουλίου υποχρεούται να ανακοινώνει αμέσως στην υπηρεσία του υπαλλήλου τα παραπεμπτικά ή απαλλακτικά βουλεύματα σε κάθε βαθμό δικαιοδοσίας, καθώς και τις αποφάσεις που εκδίδονται σε κάθε βαθμό δικαιοδοσίας, καταδικαστικές ή αθωωτικές, ενώ σε περίπτωση εγκλεισμού σε σωφρονιστικό κατάστημα, ο διευθυντής φυλακών γνωστοποιεί τούτο, χωρίς καθυστέρηση, στην υπηρεσία του υπαλλήλου. Όσον αφορά τους υπαλλήλους των ΟΤΑ α’ και β΄ βαθμού, οι ως άνω ανακοινώσεις θα πρέπει να απευθύνονται στον οικείο ΟΤΑ.
γ) Στην παρ. 6 προβλέπεται επίσης ότι με την επιφύλαξη των καταδικαστικών αποφάσεων, όπου η άσκηση της πειθαρχικής δίωξης είναι υποχρεωτική, τα αρμόδια πειθαρχικά όργανα οφείλουν εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών μετά την ως άνω ενημέρωσή τους για ποινική υπόθεση υπαλλήλου να αποφαίνονται αιτιολογημένα για την άσκηση ή μη πειθαρχικής δίωξης σε βάρος του.
Ζ.6.ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ
Με τα άρθρα 17, 56 και 62 τροποποιούνται τα άρθρα 116 του Υπαλληλικού Κώδικα, 120 του ΚΚΔΚΥ και 252 του ν. 3852/2010 αντίστοιχα, τα οποία περιλαμβάνουν τα πειθαρχικά όργανα προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι αλλαγές που επέρχονται με τις διατάξεις του ν. 5225/2025. Ειδικότερα:
α) Προστίθεται ως πειθαρχικό όργανο το νέο Πειθαρχικό Συμβούλιο Ανθρώπινου Δυναμικού Δημοσίου Τομέα που συστήνεται στο Υπουργείο Εσωτερικών σύμφωνα με το νέο άρθρο 119Α του Υπαλληλικού Κώδικα, καταργούμενων παράλληλα των επιμέρους πρωτοβάθμιων πειθαρχικών συμβουλίων των φορέων του άρθρου 146Β του Υπαλληλικού Κώδικα και του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου του άρθρου 146Α.
β) Από 1.1.2026 καταργούνται ως πειθαρχικά όργανα : i) το διοικητικό συμβούλιο των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (άρθρο 67 του νόμου, κατάργηση του άρθρου 119 του ΥΚ) και ii) τα διοικητικά συμβούλια των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ιδρυμάτων και συνδέσμων δήμων (άρθρο 67 του νόμου, κατάργηση του άρθρου 123 του ΚΚΔΚΥ).
Ζ.7. ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΩΣ ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΙ
Με το άρθρο 18 τροποποιείται το άρθρο 117 του Υπαλληλικού Κώδικα, στο οποίο περιλαμβάνονται οι πειθαρχικώς προϊστάμενοι ως πειθαρχικά όργανα. Ειδικότερα:
α)Τροποποιείται η παρ. 1 προκειμένου να συμπεριληφθούν στις διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα πειθαρχικώς προϊστάμενοι που έχουν προβλεφθεί με ειδικές διατάξεις όπως οι Υπηρεσιακοί Γραμματείς των Υπουργείων και οι Συντονιστές των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων.
β) Προστίθεται παρ. 4, με την οποία προβλέπεται αρμοδιότητα του Διοικητή της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας (Ε.Α.Δ.) να ασκεί πειθαρχική εξουσία στους υπαλλήλους που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Υπαλληλικού Κώδικα και στους υπαλλήλους των ΟΤΑ α’ και β΄ βαθμού κατόπιν έκθεσης της Αρχής, με την οποία διαπιστώνεται ότι τα κατά περίπτωση αρμόδια πειθαρχικά όργανα δεν έχουν ασκήσει τις πειθαρχικές τους αρμοδιότητες ή δεν τις έχουν ασκήσει εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών, παρά τη δέσμια αρμοδιότητά τους, ιδίως όταν επίκειται παραγραφή των παραπτωμάτων. Στην περίπτωση αυτή, ο Διοικητής της Ε.Α.Δ. παραπέμπει την υπόθεση στο πειθαρχικό συμβούλιο του άρθρου 119Α, εφαρμοζόμενου ως προς τη διαδικασία και τις συνέπειες της παραπομπής του άρθρου 124 του ΥΚ περί του παραπεμπτηρίου εγγράφου.
Ειδικά για τους ΟΤΑ α΄ βαθμού, για τους πειθαρχικώς προϊσταμένους ως πειθαρχικά όργανα, εφαρμογή έχουν οι διατάξεις του άρθρου 121 του ΚΚΔΚΥ.
Ζ.8. ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΩΣ ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΩΝ
Με τα άρθρα 19, 57 και 62 τροποποιούνται τα άρθρα 118 του Υπαλληλικού Κώδικα, 122 του ΚΚΔΚΥ και 252 του νόμου 3852/2010, αντίστοιχα :
α) Αυξάνεται σε κάποιες περιπτώσεις το ανώτατο όριο ποινής που μπορούν να επιβάλλουν οι πειθαρχικώς προϊστάμενοι. Για παράδειγμα αυξάνεται το όριο προστίμου αποδοχών που μπορεί να επιβάλει ο Υπουργός ως πειθαρχικό όργανο από τρεις (3) σε πέντε (5) μήνες πρόστιμο αποδοχών.
β) Στην παρ. 3 προβλέπεται πλέον ότι αν ο υπάλληλος κατά την τέλεση του παραπτώματος δεν υπηρετεί στην οργανική του θέση, αλλά σε άλλη υπηρεσία που δεν υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής του Υπαλληλικού Κώδικα, όπως για παράδειγμα σε ένα νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, αρμόδιος πειθαρχικώς προϊστάμενος είναι ο επικεφαλής του φορέα της οργανικής θέσης, ο οποίος επιλαμβάνεται είτε αυτεπαγγέλτως είτε ύστερα από αίτημα του επικεφαλής της υπηρεσίας, όπου τελέστηκε το παράπτωμα.
| ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟ ΟΡΓΑΝΟ | ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΕΣ ΠΟΙΝΕΣ ΠΟΥ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ |
| · Υπουργός
· Περιφερειάρχης · Δήμαρχος |
Επίπληξη
Πρόστιμο έως και τις αποδοχές πέντε (5) μηνών |
| ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟ ΟΡΓΑΝΟ | ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΕΣ ΠΟΙΝΕΣ ΠΟΥ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ |
| · Γενικός Γραμματέας Υπουργείου ή Γενικής Γραμματείας
· Υπηρεσιακός Γραμματέας Υπουργείου · Γραμματέας Αποκεντρωμένης Διοίκησης · Συντονιστής Αποκεντρωμένης Διοίκησης · Ειδικός Γραμματέας Υπουργείου · Επόπτης Ο.Τ.Α. · Διοικητής του Αγίου Όρους · Πρόεδρος ή ο επικεφαλής ανεξάρτητης αρχής · Διοικητής ή ο πρόεδρος συλλογικού οργάνου, ο οποίος ασκεί διοίκηση · Αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων · Αρχηγοί του στρατού ξηράς, του ναυτικού και της αεροπορίας, των σωμάτων ασφαλείας και του λιμενικού σώματος |
Επίπληξη Πρόστιμο έως και τις αποδοχές τεσσάρων (4) μηνών |
| · Διοικητές μονάδων και σχολών των ενόπλων δυνάμεων, των σωμάτων ασφαλείας και του Λιμενικού Σώματος –
Ελληνικής Ακτοφυλακής · Διευθυντές καταστημάτων · Προϊστάμενοι στρατιωτικών υπηρεσιών ή υπηρεσιών των σωμάτων ασφαλείας ή του λιμενικού σώματος, |
Επίπληξη
Πρόστιμο έως και τις αποδοχές δύο (2) μηνών, αν είναι ανώτατοι αξιωματικοί Πρόστιμο έως και τις αποδοχές ενός (1) μηνός, αν είναι ανώτεροι αξιωματικοί |
| · Υποδιοικητής νομικού προσώπου
· Γενικός γραμματέας ή ο αναπληρωτής γενικός γραμματέας νομικού προσώπου |
Επίπληξη
Πρόστιμο έως και τις αποδοχές ενός (1) μηνός |
| Πρύτανης Α.Ε.Ι. | Επίπληξη
Πρόστιμο έως και τις αποδοχές ενός (1) μηνός |
| Κοσμήτορας σχολής Α.Ε.Ι. | Επίπληξη
Πρόστιμο έως και τα δύο τρίτα (2/3) των μηνιαίων αποδοχών |
| Προϊστάμενος Γενικής Διεύθυνσης | Επίπληξη
Πρόστιμο έως και τα δύο τρίτα (2/3) των μηνιαίων αποδοχών |
| Προϊστάμενος Διεύθυνσης | Επίπληξη
Πρόστιμο έως και το ένα τέταρτο (1/4) των μηνιαίων αποδοχών |
Ζ.9. ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΤΟΜΕΑ
Με το νέο άρθρο 119Α του Υπαλληλικού Κώδικα συστήνεται στο Υπουργείο Εσωτερικών συλλογικό όργανο με την ονομασία «Πειθαρχικό Συμβούλιο Ανθρώπινου Δυναμικού Δημόσιου Τομέα», το οποίο είναι αρμόδιο για την άσκηση πειθαρχικής εξουσίας στους υπαλλήλους του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.), ενώ στα άρθρα 119Β, 119Γ,119Δ και 119Ε του ΥΚ περιλαμβάνονται ρυθμίσεις για τη λειτουργία του εν λόγω οργάνου.
Το όργανο αποτελείται από εξήντα (60) μέλη, λειτουργούς του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Ν.Σ.Κ.), ένας δε Αντιπρόεδρος του Ν.Σ.Κ. ορίζεται ως Συντονιστής του οργάνου.
Το Πειθαρχικό Συμβούλιο Ανθρώπινου Δυναμικού Δημόσιου Τομέα λειτουργεί και συνεδριάζει σε κλιμάκια τριμελούς και πενταμελούς σύνθεσης, ενώ προβλέπεται και η λειτουργία Ειδικού Πενταμελούς Κλιμακίου.
Στα Τριμελή ή Πενταμελή Κλιμάκια δύναται, ύστερα από αίτηση του διωκόμενου υπαλλήλου, να παραστεί, χωρίς δικαίωμα ψήφου, εκπρόσωπος τριτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης, προκειμένου να τοποθετηθεί είτε εγγράφως είτε προφορικά ενώπιον του Κλιμακίου. Η μη παράσταση του ανωτέρω εκπροσώπου δεν κωλύει την πρόοδο της διαδικασίας.
Τα Τριμελή Κλιμάκια συνεδριάζουν για να:
α) εξετάσουν, κατόπιν παραπομπής, σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, υποθέσεις που αφορούν σε πειθαρχικά παραπτώματα, για τα οποία δεν μπορεί να επιβληθεί η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης, και μπορούν να επιβάλλουν οποιαδήποτε άλλη ποινή,
β) εξετάσουν, σε δεύτερο βαθμό, ενστάσεις που υποβάλλονται από τον υπάλληλο ή υπέρ του (από τη Διοίκηση) κατά πειθαρχικών αποφάσεων πειθαρχικώς προϊσταμένων, με την επιφύλαξη των περ. γ) και ε) της παρ. 2 του άρθρου 119Γ (ενστάσεις που υποβάλλονται από τον υπάλληλο ή υπέρ του κατά πειθαρχικών αποφάσεων πειθαρχικώς προϊσταμένων που επιβάλλουν πειθαρχική ποινή προστίμου αποδοχών τεσσάρων (4) μηνών και άνω και ενστάσεις για την ίδια υπόθεση, οι οποίες έχουν ασκηθεί υπέρ της Διοίκησης και από τον υπάλληλο ή υπέρ του),
γ) γνωμοδοτήσουν για τη δυνητική θέση υπαλλήλων σε καθεστώς αργίας και τη συνέχιση αυτής κατά το άρθρο 104 του ΥΚ και εξετάσουν αιτήματα επιστροφής αποδοχών αργίας ή αναστολής άσκησης καθηκόντων σύμφωνα με το άρθρο 105 του ΥΚ.
Τα Πενταμελή Κλιμάκια συνεδριάζουν για να:
α) εξετάσουν, κατόπιν παραπομπής, σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, υποθέσεις που αφορούν σε πειθαρχικά παραπτώματα, για τα οποία μπορεί να επιβληθεί η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης, και μπορούν να επιβάλλουν οποιαδήποτε ποινή,
β) εξετάσουν, σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, τις πειθαρχικές υποθέσεις των προϊσταμένων γενικών διευθύνσεων και άλλων ανώτατων υπαλλήλων του Δημοσίου και των ν.π.δ.δ., συμπεριλαμβανομένων των Υπηρεσιακών Γραμματέων και των Συντονιστών Αποκεντρωμένων Διοικήσεων,
γ) εξετάσουν, σε δεύτερο βαθμό, ενστάσεις που υποβάλλονται από τον υπάλληλο ή υπέρ του κατά πειθαρχικών αποφάσεων πειθαρχικώς προϊσταμένων που επιβάλλουν πειθαρχική ποινή προστίμου αποδοχών τεσσάρων (4) μηνών και άνω,
δ) εξετάσουν, σε δεύτερο βαθμό, ενστάσεις που υποβάλλονται υπέρ της Διοίκησης κατά πειθαρχικών αποφάσεων πειθαρχικώς προϊσταμένων,
ε) εξετάσουν, σε δεύτερο βαθμό, ενστάσεις για την ίδια υπόθεση, οι οποίες έχουν ασκηθεί υπέρ της Διοίκησης και από τον υπάλληλο ή υπέρ του. Για παράδειγμα, αφορά την περίπτωση, όπου για την ίδια υπόθεση έχει ασκήσει ένσταση τόσο ο διωκόμενος υπάλληλος προς υπεράσπισή του όσο και ο Διοικητής της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας με σκοπό τη χειροτέρευση της θέσης του διωκόμενου.
Το Ειδικό Πενταμελές Κλιμάκιο συνεδριάζει για να εξετάσει κατ΄ απόλυτη προτεραιότητα υποθέσεις, για τις οποίες μπορεί να επιβληθεί η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης και οι οποίες θίγουν σοβαρά το κύρος της Υπηρεσίας και προκαλούν το δημόσιο αίσθημα.
Ζ.10. ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗ ΣΥΝΔΙΑΛΛΑΓΗ
Με το άρθρο 27 προστίθεται άρθρο 122Α στον Υπαλληλικό Κώδικα, με το οποίο εισάγεται, προς διευκόλυνση της πειθαρχικής διαδικασίας, ο θεσμός της πειθαρχικής συνδιαλλαγής.
Η διαδικασία της πειθαρχικής συνδιαλλαγής εφαρμόζεται:
α) σε περιπτώσεις πειθαρχικών παραπτωμάτων, τα οποία δεν επισύρουν την ποινή της οριστικής παύσης και είτε εξ αυτών δεν έχει προκληθεί οικονομική ζημία είτε η προκληθείσα ζημία έχει αποκατασταθεί πλήρως από τον υπάλληλο, και εφόσον
β) έχει ασκηθεί πειθαρχική δίωξη με την κλήση σε απολογία του υπαλλήλου και δεν έχει εκδοθεί πειθαρχική απόφαση ή δεν έχει ακόμα παραπεμφθεί η υπόθεση στο πειθαρχικό συμβούλιο.
Υπό τις άνω προϋποθέσεις ο πειθαρχικώς διωκόμενος μπορεί να αιτηθεί στο ανώτατο μονομελές πειθαρχικό όργανο του φορέα να εμφανιστεί ενώπιόν του σε πειθαρχική συνδιαλλαγή.
- Ο πειθαρχικώς προϊστάμενος αξιολογεί βάσει των στοιχείων του πειθαρχικού φακέλου, του είδους του παραπτώματος, των συνθηκών τέλεσης, της προσωπικότητας του διωκόμενου υπαλλήλου και της εν γένει υπηρεσιακής του διαδρομής, εάν δύναται να εκδοθεί πρακτικό συνδιαλλαγής.
- Το πρακτικό συνδιαλλαγής έχει συγκεκριμένο περιεχόμενο και πρέπει να περιλαμβάνει τα αναφερόμενα στην παρ. 2 του άρθρου 122Α στοιχεία, μεταξύ των οποίων και η ρητή και σαφής δήλωση ομολογίας του πειθαρχικώς διωκομένου περί αποδοχής της πειθαρχικής ευθύνης για τις αποδιδόμενες σε αυτόν πράξεις.
- Το πρακτικό συνδιαλλαγής υπογράφεται από τον πειθαρχικώς προϊστάμενο και από τον διωκόμενο υπάλληλο και δεν ανακαλείται.
- Εντός πέντε (5) ημερών από την κατάρτισή του, ο πειθαρχικώς προϊστάμενος διαβιβάζει το πρακτικό συνδιαλλαγής, με το σύνολο του πειθαρχικού φακέλου στο πειθαρχικό συμβούλιο, το οποίο εκτιμώντας το πρακτικό συνδιαλλαγής και τα στοιχεία του πειθαρχικού φακέλου, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις συνδιαλλαγής, κηρύσσει ένοχο τον διωκόμενο και επιβάλλει σε αυτόν πειθαρχική ποινή, η οποία δεν μπορεί να είναι ανώτερη του προστίμου αποδοχών πέντε (5) μηνών και, σε περίπτωση συρροής περισσότερων αδικημάτων, του προστίμου αποδοχών δέκα (10) μηνών.
- Αίτημα συνδιαλλαγής δύναται να υποβληθεί και μετά την παραπομπή στο πειθαρχικό συμβούλιο πριν από την έκδοση πειθαρχικής απόφασης. Το αίτημα εξετάζεται από το αρμόδιο Κλιμάκιο του πειθαρχικού συμβουλίου και εφόσον επιτευχθεί συνδιαλλαγή, συντάσσεται πρακτικό συνδιαλλαγής σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 2 του άρθρου 122Α και ακολούθως το πειθαρχικό συμβούλιο κηρύσσει ένοχο τον διωκόμενο και επιβάλλει σε αυτόν οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή, εκτός από την ανώτατη προβλεπόμενη ποινή για το αποδιδόμενο στον διωκόμενο πειθαρχικό παράπτωμα.
- Κατά του πρακτικού συνδιαλλαγής και της απόφασης του πειθαρχικού συμβουλίου, που εκδίδεται κατά την παρούσα διαδικασία, δεν χωρεί κανένα ένδικο μέσο.
- Τα αιτήματα πειθαρχικής συνδιαλλαγής εξετάζονται από τα αρμόδια πειθαρχικά όργανα
κατά απόλυτη προτεραιότητα.
- Αν δεν επιτευχθεί η συνδιαλλαγή, η αίτηση θεωρείται ως ουδέποτε υποβληθείσα, καταστρέφεται μαζί με το οικείο υλικό, και αντίγραφά τους δεν λαμβάνονται υπόψη σε κανένα στάδιο της πειθαρχικής διαδικασίας.
Ζ.11 ΠΑΡΑΠΟΜΠΗ ΣΤΟ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΑΥΤΗΣ
Με το άρθρο 28 τροποποιείται το άρθρο 123 του Υπαλληλικού Κώδικα και προβλέπονται τα εξής:
α)Αν ο Υπουργός ή ο επικεφαλής του φορέα κρίνει ότι το πειθαρχικό παράπτωμα τιμωρείται με ποινή ανώτερη της αρμοδιότητάς του ή το πειθαρχικό παράπτωμα κρίνεται σε πρώτο και τελευταίο βαθμό από το πειθαρχικό συμβούλιο γιατί αφορά σε πειθαρχικές υποθέσεις προϊσταμένων γενικών διευθύνσεων και άλλων ανώτατων υπαλλήλων του Δημοσίου και των ν.π.δ.δ. (περ. β’ της παρ. 2 του άρθρου 119Γ του ΥΚ), παραπέμπει την υπόθεση στο πειθαρχικό συμβούλιο.
β) Κατόπιν κατάργησης του διοικητικού συμβουλίου των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ως πειθαρχικού οργάνου από 1.1.2026 (άρθρο 67 του νόμου), για τους υπαλλήλους νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου η πειθαρχική υπόθεση παραπέμπεται για τους ανωτέρω λόγους στο πειθαρχικό συμβούλιο από το ανώτατο μονομελές όργανο διοίκησης ή, αν δεν υπάρχει, από τον πρόεδρο του συλλογικού οργάνου διοίκησης.
γ) Η παραπομπή στο πειθαρχικό συμβούλιο είναι υποχρεωτική όταν υπάρχει αιτιολογημένη πρόταση της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας, η οποία θέτει συγκεκριμένη προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να έχει ολοκληρωθεί η παραπομπή, με κοινοποίηση αυτής στην Αρχή. Στην περίπτωση αυτή, εφόσον το αρμόδιο όργανο δεν προβεί στις απαραίτητες ενέργειες εντός της τεθείσας προθεσμίας, ο Διοικητής της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας παραπέμπει ο ίδιος την υπόθεση στο πειθαρχικό συμβούλιο κατ’ εφαρμογή της παρ. 4 του άρθρου 117 του ΥΚ.
Με το άρθρο 29 προστίθενται στο άρθρο 124 του Υπαλληλικού Κώδικα παράγραφοι, με τις οποίες ρυθμίζονται θέματα που αφορούν, μεταξύ άλλων:
α) στη δυνατότητα του νέου πειθαρχικού συμβουλίου, με πράξη του εισηγητή, να ζητεί τα ελλείποντα από τον φάκελο στοιχεία και έγγραφα, χωρίς να αναπέμπεται εν συνόλω η υπόθεση στην υπηρεσία του υπαλλήλου. Οι αρχές προς τις οποίες απευθύνεται ο εισηγητής έχουν υποχρέωση να αποστείλουν αμελλητί τα στοιχεία και τις πληροφορίες που τους ζητεί, ο δε διωκόμενος έχει δικαίωμα να λάβει γνώση των στοιχείων αυτών, μαζί με τον υπόλοιπο φάκελο της υπόθεσης πριν από την απολογία του.
β) στην έκδοση συμπληρωματικού παραπεμπτηρίου εγγράφου εφόσον από τη διενέργεια πειθαρχικής ανάκρισης για το παράπτωμα, για το οποίο έχει ήδη παραπεμφθεί στο πειθαρχικό συμβούλιο, προκύπτει ότι τέλεσε και άλλο ή άλλα πειθαρχικά παραπτώματα ή προκειμένου να συμπεριληφθούν νέα στοιχεία που τροποποιούν ή συμπληρώνουν ουσιωδώς το αρχικό παραπεμπτήριο έγγραφο.
Ζ.12 ΠΡΟΚΑΤΑΡΚΤΙΚΗ ΕΞΕΤΑΣΗ
Με το άρθρο 30 τροποποιείται η παρ. 3 του άρθρου 125 του Υπαλληλικού Κώδικα και προβλέπεται ότι μετά το πέρας της προκαταρκτικής εξέτασης υπάρχουν οι εξής δυνατότητες:
- Αν ο πειθαρχικώς προϊστάμενος κρίνει, με βάση τα στοιχεία που έχουν συγκεντρωθεί στην προκαταρκτική εξέταση, ότι δεν συντρέχει περίπτωση πειθαρχικής δίωξης, περατώνει την εξέταση με αιτιολογημένη έκθεσή του, την οποία κοινοποιεί στον ανώτερο πειθαρχικώς προϊστάμενο, ο οποίος δύναται να διατάξει τη διενέργεια ένορκης διοικητικής εξέτασης ή τη θέση της υπόθεσης στο αρχείο.
- Αν κρίνει ότι έχει διαπραχθεί πειθαρχικό παράπτωμα, το οποίο τιμωρείται με ποινή της αρμοδιότητάς του, καλεί τον ελεγχόμενο υπάλληλο σε απολογία.
- Αν κρίνει, είτε πριν από την κλήση του υπαλλήλου σε απολογία είτε μετά την απολογία του, ότι δικαιολογείται η επιβολή βαρύτερης ποινής, ενεργεί σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 6 του άρθρου 118 και παραπέμπει σε ανώτερο πειθαρχικό όργανο.
- Αν κρίνει ότι το πειθαρχικό παράπτωμα χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση, διατάσσει την ενέργεια ένορκης διοικητικής εξέτασης.
Ζ.13 ΕΝΟΡΚΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΕΞΕΤΑΣΗ
Με τα άρθρα 31 και 58 τροποποιούνται τα άρθρα 126 του Υπαλληλικού Κώδικα και 130 του ΚΚΔΚΥ, αντίστοιχα και προβλέπεται πλέον:
- Εφόσον με την έκθεση της ΕΔΕ διαπιστώνεται η διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος από συγκεκριμένο υπάλληλο, ο πειθαρχικώς προϊστάμενος ασκεί την πειθαρχική δίωξη αμελλητί και το αργότερο εντός ενός (1) μηνός από την υποβολή της έκθεσης.
- Αποκλειστικά σε περίπτωση που μετά την υποβολή της αιτιολογημένης έκθεσης και πριν από την άσκηση πειθαρχικής δίωξης προκύψουν νέα στοιχεία που κατά την κρίση του πειθαρχικώς προϊστάμενου που διέταξε τη διενέργεια της εξέτασης πρέπει να ληφθούν υπόψη για τη διαπίστωση της διάπραξης ή μη πειθαρχικού παραπτώματος, ο πειθαρχικώς προϊστάμενος δύναται να αναθέσει τη διενέργεια συμπληρωματικής εξέτασης στον υπάλληλο που διεξήγαγε την αρχική εξέταση και κατ’ εξαίρεση, αν προκύπτει αντικειμενική αδυναμία, σε άλλον υπάλληλο. Η συμπληρωματική εξέταση ολοκληρώνεται το αργότερο εντός ενός (1) μηνός από την κοινοποίηση της απόφασης ανάθεσης.
- Η ένορκη διοικητική εξέταση είναι μυστική. Εάν μετά την ολοκλήρωσή της, ασκηθεί πειθαρχική δίωξη, ο διωκόμενος δύναται να λάβει γνώση του περιεχομένου της έκθεσης αυτής και των εγγράφων που τη συνοδεύουν στο πλαίσιο της πειθαρχικής διαδικασίας. Αν δεν ασκηθεί πειθαρχική δίωξη, πρόσβαση στην έκθεση και στα έγγραφα που τη συνοδεύουν μπορεί να χορηγηθεί μόνο εφόσον ο ενδιαφερόμενος επικαλείται και αποδεικνύει ιδιαίτερο έννομο συμφέρον και υπό την επιφύλαξη των διατάξεων περί προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
Ειδικά για τους ΟΤΑ α΄ βαθμού:
α) Kατ’ εξαίρεση, η ενέργεια της Ε.Δ.Ε. μπορεί να ανατίθεται σε μόνιμο υπάλληλο με βαθμό Α’ άλλου Ο.Τ.Α., για τη διασφάλιση της αντικειμενικότητας της ένορκης διοικητικής εξέτασης ή εφόσον συντρέχουν ειδικοί λόγοι οι οποίοι παρατίθενται στην πράξη ανάθεσης.
β) Αν ο υπάλληλος, στον οποίο αποδίδεται η διάπραξη του πειθαρχικού παραπτώματος, είναι προϊστάμενος οργανικής μονάδας οποιουδήποτε επιπέδου, η εντολή για διενέργεια Ε.Δ.Ε. ανατίθεται σε προϊστάμενο τουλάχιστον ίδιου επιπέδου οργανικής μονάδας. Αν δεν υπάρχει, η εντολή για διενέργεια ένορκης διοικητικής εξέτασης ανατίθεται σε προϊστάμενο τουλάχιστον ίδιου επιπέδου οργανικής μονάδας άλλου Ο.Τ.Α..
Και στις δύο ανωτέρω περιπτώσεις η πράξη ανάθεσης εκδίδεται από τον οικείο Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης, ύστερα από αιτιολογημένη πρόταση του αρμόδιου προς διορισμό οργάνου.
Σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 65 του ν. 5225/2025, με έναρξη ισχύος την 1.1.2026, η ένορκη διοικητική εξέταση του άρθρου 126 του Υπαλληλικού Κώδικα δύναται πλέον να διενεργηθεί και από υπάλληλο με βαθμό Α’ του ίδιου Υπουργείου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, εφόσον ο υπάλληλος, στον οποίο αποδίδεται η διάπραξη του πειθαρχικού παραπτώματος έχει σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Αντίστοιχη διάταξη στην παρ. 5 του άρθρου 65 ρυθμίζει τη διενέργεια της ένορκης διοικητικής εξέτασης του άρθρου 130 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων και από υπάλληλο με βαθμό Α’ του ίδιου Ο.Τ.Α. ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, εφόσον ο υπάλληλος, στον οποίο αποδίδεται η διάπραξη του πειθαρχικού παραπτώματος έχει σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.
Ζ.14 ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗ ΑΝΑΚΡΙΣΗ – ΜΑΡΤΥΡΕΣ
Με το άρθρο 32 του νόμου τροποποιείται το άρθρο 127 του Υπαλληλικού Κώδικα που αφορά στη διενέργεια πειθαρχικής ανάκρισης, η οποία πλέον ρητώς διενεργείται μόνο κατά τη διαδικασία ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου του άρθρου 119Α και είναι υποχρεωτική, εκτός εάν συντρέχουν οι απαριθμούμενοι στην διάταξη λόγοι άρσης της υποχρεωτικότητας.
Η πειθαρχική ανάκριση διεξάγεται από μέλος του πειθαρχικού συμβουλίου, το οποίο ορίζεται με απόφαση του Συντονιστή κατόπιν αιτήματος του Προέδρου του Κλιμακίου. Κατ’ εξαίρεση, στις περιπτώσεις που απαιτούνται εξειδικευμένες γνώσεις, με αιτιολογημένη απόφαση του Συντονιστή δύναται να ανατίθεται η διενέργεια πειθαρχικής ανάκρισης σε μόνιμο υπάλληλο τουλάχιστον ομοιόβαθμο του διωκομένου που υπηρετεί σε διαφορετικό φορέα από τον φορέα όπου τελέστηκε το παράπτωμα.
Με το άρθρο 33 τροποποιείται το άρθρο 130 του Υπαλληλικού Κώδικα και προβλέπεται πλέον ότι ο διωκόμενος ή ο ελεγχόμενος δικαιούται κατά τη διάρκεια της πειθαρχικής ανάκρισης και της ένορκης διοικητικής εξέτασης και μέχρι το τέλος της εξέτασής του να ζητήσει εγγράφως την εξέταση μαρτύρων και ο ανακριτής υποχρεούται να εξετάσει τέσσερις (4) τουλάχιστον από τους προτεινόμενους μάρτυρες αντί πέντε (5) σύμφωνα με την υφιστάμενη διάταξη.
Ζ.15 ΚΛΗΣΗ ΣΕ ΑΠΟΛΟΓΙΑ
Με το άρθρο 35 τροποποιείται το άρθρο 134 του Υπαλληλικού Κώδικα και προβλέπεται ότι η προθεσμία που τάσσεται για απολογία δεν μπορεί να είναι βραχύτερη από πέντε (5) εργάσιμες ημέρες. Η προθεσμία για απολογία μπορεί να παραταθεί μία μόνο φορά έως πέντε (5) εργάσιμες ημέρες με απόφαση του πειθαρχικώς προϊσταμένου ή του Προέδρου του Κλιμακίου του πειθαρχικού συμβουλίου, μετά από αιτιολογημένη έγγραφη αίτηση του διωκομένου. Εκπρόθεσμη απολογία λαμβάνεται υποχρεωτικά υπόψη, εφόσον υποβάλλεται μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης στο Κλιμάκιο.
Ζ.16 ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ – ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΔΙΩΚΟΜΕΝΟΥ ΚΑΙ ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΥ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ
Με το άρθρο 36 τροποποιείται το άρθρο 136 του Υπαλληλικού Κώδικα και προβλέπεται πλέον:
- Η ημέρα, η ώρα και ο τόπος της συνεδρίασης του πειθαρχικού συμβουλίου κοινοποιούνται στον διωκόμενο έξι (6) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης.
- Ο διωκόμενος υπάλληλος έχει δικαίωμα να παραστεί ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου είτε με φυσική παρουσία, αυτοπροσώπως ή δια ή μετά πληρεξουσίου δικηγόρου, είτε με ηλεκτρονικά μέσα. Η μη παρουσία του διωκομένου δεν εμποδίζει την πρόοδο της διαδικασίας.
- Κατόπιν δήλωσης του διωκομένου, η οποία υποβάλλεται στο πειθαρχικό συμβούλιο, στη συνεδρίαση δύναται να παρίσταται και να εκφράσει προφορικά ή εγγράφως τις απόψεις του εκπρόσωπος δευτεροβάθμιας ή τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης, στην οποία συμμετέχει σωματείο, στο οποίο ανήκει ο υπάλληλος, με την προσκόμιση ή ηλεκτρονική κατάθεση σχετικής απόφασης της οργάνωσης και βεβαίωσης ότι ο υπάλληλος είναι μέλος σωματείου μέλους τους.
Επίσης, με τα άρθρα 37 και 38 προστίθενται στον Υ.Κ. άρθρα 136Α και 136Β, με τα οποία προβλέπεται:
- Σύσταση Γραφείων Τηλεματικής σε κάθε Αποκεντρωμένη Διοίκηση, προκειμένου να καταστεί δυνατή η εξ αποστάσεως παράσταση του διωκόμενου υπαλλήλου στη συζήτηση ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου Ανθρώπινου Δυναμικού Δημοσίου Τομέα καθώς και να διευκολύνεται η απρόσκοπτη και ταχεία διεξαγωγή της πειθαρχικής διαδικασίας στο σύνολο της ελληνικής επικράτειας.
- Ο διωκόμενος με αίτημά του, που υποβάλλεται στον Πρόεδρο του Κλιμακίου του Πειθαρχικού Συμβουλίου Ανθρώπινου Δυναμικού Δημόσιου Τομέα, τρεις (3) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης, μετέχει στη συνεδρίαση με φυσική παρουσία, αυτοπροσώπως ή δια ή μετά πληρεξουσίου δικηγόρου, από τόπο διαφορετικό από αυτόν της συνεδρίασης (Γραφείο Τηλεματικής), με τη χρήση τεχνολογιών απομακρυσμένης σύνδεσης. Από το αίτημα αυτό μπορεί να παραιτηθεί έως και δύο (2) εργάσιμες ημέρες πριν από τη συζήτηση. Η δυνατότητα αυτή ισχύει και για την παράσταση του εκπροσώπου δευτεροβάθμιας ή τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης.
Ζ.17 ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΕΓΓΡΑΦΩΝ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ
Με το άρθρο 40 του νόμου αντικαθίσταται το άρθρο 138 του Υπαλληλικού Κώδικα και προβλέπεται:
- Η κλήση σε απολογία, το παραπεμπτήριο έγγραφο και κάθε πρόσκληση ή ειδοποίηση ή απόφαση επιδίδονται στον διωκόμενο. Η επίδοση διενεργείται:
α) είτε ηλεκτρονικά, στη θυρίδα πολίτη στο Gov.gr, στην οποία έχει πρόσβαση και μέσω Gov.gr Wallet και ο διωκόμενος ενημερώνεται άμεσα στα στοιχεία επικοινωνίας που έχει δηλώσει στο Εθνικό Μητρώο Επικοινωνίας (ΕΜΕπ) και με σχετική ειδοποίηση (push notification) στο Gov.gr Wallet,
β) είτε με την αποστολή τους μέσω του ηλεκτρονικού υπηρεσιακού ταχυδρομείου στην υπηρεσιακή ηλεκτρονική διεύθυνση του διωκομένου, εφόσον διαθέτει, και, σε κάθε περίπτωση, και στην προσωπική ηλεκτρονική του διεύθυνση, την οποία δηλώνει υποχρεωτικά στην υπηρεσία του.
- Η επίδοση θεωρείται συντελεσμένη με το πέρας δέκα (10) εργάσιμων ημερών από την ανάρτηση του εγγράφου στη θυρίδα ή την αποστολή του μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, εκτός εάν ο διωκόμενος αποδείξει τη συνδρομή λόγων ανωτέρας βίας που δεν επέτρεψαν την πρόσβαση στο περιεχόμενο του εγγράφου ή εφόσον αυτή η αδυναμία οφείλεται σε λόγους που αφορούν στον φορέα του δημόσιου τομέα.
- Αν η επίδοση δεν καθίσταται με τους παραπάνω τρόπους εφικτή, τότε διενεργείται με δικαστικό επιμελητή ή άλλο δημόσιο όργανο στην υπηρεσία του διωκόμενου ή στην κατοικία που έχει δηλώσει στην υπηρεσία του, στον ίδιο προσωπικά ή σε πρόσωπο, με το οποίο συνοικεί. Σε περίπτωση άρνησης παραλαβής, αυτός που διενεργεί την επίδοση συντάσσει πράξη στην οποία βεβαιώνεται η άρνηση. Για την επίδοση αυτή συντάσσεται αποδεικτικό.
Ζ.18 ΕΝΣΤΑΣΗ
Με το άρθρο 42 του νόμου τροποποιείται το άρθρο 141 του Υπαλληλικού Κώδικα και προβλέπονται, μεταξύ άλλων, τα εξής:
- Όλες οι αποφάσεις των πειθαρχικώς προϊσταμένων του άρθρου 118 του ΥΚ υπόκεινται σε ένσταση ενώπιον του αρμόδιου Κλιμακίου του πειθαρχικού συμβουλίου.
· Οι αποφάσεις των Κλιμακίων του πειθαρχικού συμβουλίου δεν υπόκεινται σε ένσταση.
- Ένσταση ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου δικαιούνται να ασκήσουν:
α) ο υπάλληλος που τιμωρήθηκε και
β) υπέρ της διοίκησης ή υπέρ του υπαλλήλου, κάθε πειθαρχικώς προϊστάμενος, ο Υπουργός, καθώς και ο Διοικητής της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας.
- Η ένσταση ασκείται μέσα σε προθεσμία είκοσι (20) ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης ή την πλήρη γνώση αυτής από τον υπάλληλο ή από την περιέλευσή της στα όργανα που δικαιούνται να ασκήσουν ένσταση.
- Ασκηθείσα ένσταση υπέρ της διοίκησης κοινοποιείται υποχρεωτικώς στον υπάλληλο με την ενημέρωση ότι έχει τη δυνατότητα υποβολής αντιρρήσεων εντός είκοσι (20) ημερών από την κοινοποίηση σε αυτόν της ένστασης υπέρ της διοίκησης ή από την πλήρη γνώση αυτής. Οι αντιρρήσεις υποβάλλονται στο πειθαρχικό συμβούλιο, όπως και οι ενστάσεις.
- Η προθεσμία για την άσκηση ένστασης και η άσκησή της, καθώς και η προθεσμία για την υποβολή αντιρρήσεων και η υποβολή τους αναστέλλουν την εκτέλεση της πειθαρχικής απόφασης.
- Η ένσταση κατατίθεται με ποινή απαραδέκτου στο πειθαρχικό συμβούλιο. Η κατάθεση της ένστασης πραγματοποιείται επί αποδείξει, με κάθε πρόσφορο μέσο. Για την κατάθεση της ένστασης συντάσσεται πράξη στο σώμα της ένστασης, που φέρει ημερομηνία κατάθεσης και παραλαβής, το όνομα και την υπογραφή αυτού που κατέθεσε, εφόσον κατατίθεται αυτοπροσώπως, και το όνομα και την υπογραφή αυτού που παρέλαβε την ένσταση.
- Η ένσταση κοινοποιείται υποχρεωτικά από τον ενιστάμενο στην υπηρεσία του υπαλλήλου, προκειμένου να αποσταλεί στο πειθαρχικό συμβούλιο ο πλήρης φάκελος της πειθαρχικής υπόθεσης και σε περίπτωση υποβολής ένστασης υπέρ της διοίκησης και στον διωκόμενο υπάλληλο.
Βάσει των ανωτέρω:
| ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΕΝΣΤΑΣΗΣ | ||||
| ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟ ΟΡΓΑΝΟ ΠΟΥ
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ ΠΟΙΝΗ |
ΠΕΙΘΑΧΙΚΗ ΠΟΙΝΗ | ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΕΝΣΤΑΣΗΣ | ΠΟΙΟΙ ΔΙΚΑΙΟΥΝΤΑΙ ΝΑ ΑΣΚΗΣΟΥΝ
ΕΝΣΤΑΣΗ |
ΟΡΓΑΝΟ ΠΟΥ ΕΞΕΤΑΖΕΙ ΤΗΝ
ΕΝΣΤΑΣΗ |
| Μονομελή Πειθαρχικά Όργανα | Οποιαδήποτε ποινή | Ναι | · Διωκόμενος
· Διοικητής της ΕΑΔ · Όλοι οι ανώτεροι πειθαρχικοί προϊστάμενοι και ο Υπουργός |
Πειθαρχικό Συμβούλιο |
| Πειθαρχικό
Συμβούλιο |
Οποιαδήποτε
ποινή |
Όχι | – | – |
Ζ. 19 ΠΡΟΣΦΥΓΗ
Με το άρθρο 43 του νόμου τροποποιείται το άρθρο 142 του Υπαλληλικού Κώδικα και προβλέπονται, μεταξύ άλλων, τα εξής:
- Δικαίωμα προσφυγής ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας έχουν οι μόνιμοι υπάλληλοι κατά των αποφάσεων του πειθαρχικού συμβουλίου που επιβάλλουν τις πειθαρχικές ποινές του υποβιβασμού ή της οριστικής παύσης.
- Δικαίωμα προσφυγής ενώπιον του διοικητικού εφετείου έχουν οι μόνιμοι υπάλληλοι κατά των αποφάσεων του πειθαρχικού συμβουλίου που κρίνουν σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, άρα όχι κατόπιν άσκησης ένστασης, και επιβάλλουν οποιαδήποτε ποινή, πλην της έγγραφης επίπληξης και του προστίμου αποδοχών έως ενός (1) μηνός.
- Οι πειθαρχικές αποφάσεις που δεν προσβάλλονται με προσφυγή κατά τα ανωτέρω υπόκεινται σε αίτηση ακύρωσης ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου.
- Κατά των αποφάσεων των μονομελών πειθαρχικών οργάνων δεν προβλέπεται δικαίωμα προσφυγής, καθώς κατά αυτών προβλέπεται δικαίωμα ένστασης.
| ΕΝΔΙΚΑ ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΚΑΤΑ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ | ||
| Πειθαρχική ποινή | Ένδικο μέσο | Αρμόδιο δικαστήριο |
| Οριστική παύση | Προσφυγή | Συμβούλιο της Επικρατείας |
| Υποβιβασμός | Προσφυγή | Συμβούλιο της Επικρατείας |
| Ποινή προστίμου αποδοχών άνω του ενός (1) μηνός (απόφαση σε πρώτο και τελευταίο βαθμό) | Προσφυγή | Διοικητικό Εφετείο |
| Οποιαδήποτε ποινή σε δεύτερο βαθμό, μετά από ένσταση (με εξαίρεση την ποινή της οριστικής παύσης και του υποβιβασμού) | Αίτηση ακύρωσης | Διοικητικό Εφετείο |
| Επίπληξη και πρόστιμο αποδοχών έως ενός (1) μηνός | Αίτηση ακύρωσης | Διοικητικό Εφετείο |
- Δικαίωμα προσφυγής ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας έχει ο Διοικητής της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας με αίτημα την επιβολή της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσης και ενώπιον του διοικητικού εφετείου κατά τα ειδικώς οριζόμενα στις διατάξεις περί πειθαρχικής αρμοδιότητας του Διοικητή της Αρχής (σχετικό το άρθρο 99 παρ. 4 του ν.4622/2019, όπως ισχύει).
| ΕΝΔΙΚΑ ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ ΔΙΟΙΚΗΤΗ ΤΗΣ ΕΑΔ ΚΑΤΑ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ | ||
| Πειθαρχικό παράπτωμα | Ένδικο μέσο | Αρμόδιο δικαστήριο |
| Που επισύρει την ποινή της οριστικής παύσης ή του
υποβιβασμού |
Προσφυγή | Συμβούλιο της Επικρατείας |
| Που δεν επισύρει την ποινή της οριστικής παύσης ή του
υποβιβασμού |
Προσφυγή | Διοικητικό Εφετείο |
- Η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής αρχίζει από την κοινοποίηση ή την πλήρη γνώση της απόφασης. Η προθεσμία και η άσκηση της προσφυγής ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του αρμόδιου Διοικητικού Εφετείου διέπονται από τις κείμενες δικονομικές διατάξεις.
- Η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής και η άσκησή της δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της πειθαρχικής απόφασης, με εξαίρεση τις πειθαρχικές αποφάσεις που επιβάλλουν την ποινή της οριστικής παύσης ή του υποβιβασμού. Υπενθυμίζεται ότι σε περίπτωση επιβολής της ποινής της οριστικής παύσης ο υπάλληλος τίθεται αυτοδίκαια σε αργία σύμφωνα με το άρθρο 103 του ΥΚ και δεν δικαιούται αποδοχές αργίας σύμφωνα με το άρθρο 105 του ΥΚ.
- Το Συμβούλιο της Επικρατείας ή το αρμόδιο Διοικητικό Εφετείο μπορεί, ύστερα από αίτηση του προσφεύγοντος, με απόφασή του να αναστείλει την εκτέλεση της πειθαρχικής απόφασης, εφόσον πιθανολογείται ανεπανόρθωτη βλάβη του προσφεύγοντος ή ευδοκίμηση της προσφυγής, εκτός εάν λόγοι δημοσίου συμφέροντος αποκλείουν τη χορήγηση της αναστολής.
Σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 140 του Υπαλληλικού Κώδικα, όπως τροποποιείται με το άρθρο 41 του νόμου, με τη φροντίδα της υπηρεσίας:
α) Η πειθαρχική απόφαση κοινοποιείται σε αντίγραφο στον υπάλληλο. Στον υπάλληλο γνωστοποιείται επίσης η τυχόν δυνατότητα άσκησης ένστασης ενώπιον αρμόδιου οργάνου ή ένδικου βοηθήματος και η σχετική προθεσμία άσκησής τους.
β) Η πειθαρχική απόφαση γνωστοποιείται στα όργανα που δικαιούνται να ασκήσουν ένσταση ή προσφυγή.
γ) Ενημερώνεται το πειθαρχικό όργανο που εξέδωσε την απόφαση για τις ανωτέρω κοινοποιήσεις.
Ζ.20 ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ
Με το άρθρο 44 του νόμου τροποποιείται η παρ. 1 του άρθρου 143 του Υπαλληλικού Κώδικα και προβλέπεται ότι την επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας, σύμφωνα με τις παρ. 4 και 5 του άρθρου 114 του ΥΚ, ζητούν:
α) ο υπάλληλος, όταν έχει εκδοθεί αμετάκλητη αθωωτική ποινική απόφαση κατόπιν αίτησής του, η οποία υποβάλλεται εντός αποκλειστικής προθεσμίας έξι (6) μηνών από τότε που η ποινική απόφαση κατέστη αμετάκλητη και
β) υποχρεωτικά τα αρμόδια όργανα κάθε Υπηρεσίας (παρ. 1 και 2 του άρθρου 123 του ΥΚ), όταν έχει εκδοθεί αμετάκλητη καταδικαστική ποινική απόφαση εντός προθεσμίας τεσσάρων (4) μηνών από τότε που κατέστη αμετάκλητη ή από τότε που έλαβαν γνώση. Ως εκ τούτου, αν μετά την έκδοση πειθαρχικής απόφασης με την οποία απαλλάσσεται ο υπάλληλος ή επιβάλλεται ποινή κατώτερη από την οριστική παύση, εκδοθεί αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου με την οποία διαπιστώνονται πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική υπόσταση των παραπτωμάτων που επισύρουν την ποινή της οριστικής παύσης (παρ. 4 άρθρου 114 του ΥΚ) τα αρμόδια όργανα υποχρεούνται να ζητήσουν την επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας εντός προθεσμίας τεσσάρων (4) μηνών από τότε που κατέστη αμετάκλητη ή από τότε που έλαβαν γνώση.
Ζ.21 ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
Με το άρθρο 45 του νόμου τροποποιείται το άρθρο 144 του Υπαλληλικού Κώδικα και προβλέπεται ότι:
- Η πειθαρχική απόφαση, κατά της οποίας δεν προβλέπεται δικαίωμα ένστασης ή κατά της οποίας δεν ασκήθηκε ένσταση, καθώς και η απόφαση που εκδίδεται επί της ένστασης, εκτελείται, εκτός εάν έχει διαταχθεί αναστολή. Η εκτέλεση γίνεται από την οικεία υπηρεσία ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και παράλειψη εκτέλεσης της ποινής αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα.
- Όποιος τιμωρείται: α) με υποβιβασμό, δεν κρίνεται για προαγωγή ούτε ασκεί καθήκοντα προϊσταμένου με οποιονδήποτε τρόπο (επιλογή, τοποθέτηση, αναπλήρωση) εάν δεν παρέλθει από την ημερομηνία εκτέλεσης της πειθαρχικής απόφασης χρονικό διάστημα ίσο με τον χρόνο που απαιτείται για προαγωγή, β) με αφαίρεση μισθολογικών κλιμακίων, δεν κατατάσσεται στο επόμενο μισθολογικό κλιμάκιο, εάν δεν παρέλθει από την ημερομηνία εκτέλεσης της πειθαρχικής απόφασης χρονικό διάστημα ίσο με τον χρόνο που απαιτείται για αλλαγή μισθολογικού κλιμακίου.
- Αν ο διωκόμενος υπάλληλος αθωωθεί αμετάκλητα και εφόσον υποβάλλει σχετικό αίτημα, περίληψη της απόφασης αναρτάται βάσει του αιτήματος του υπαλλήλου στην ιστοσελίδα του φορέα ή δημοσιεύεται σε εφημερίδα που είναι εγγεγραμμένη στο Μητρώο Έντυπου Τύπου της Γενικής Γραμματείας Επικοινωνίας και Ενημέρωσης, τηρουμένων των διατάξεων περί προστασίας προσωπικών δεδομένων τρίτων προσώπων.
Ζ.22 ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ – ΥΠΑΛΛΗΛΟΙ ΜΕ ΣΧΕΣΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
Σύμφωνα με το άρθρο 65 του νόμου, με χρόνο έναρξης ισχύος την 1.1.2026:
- Οι διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα, όπως διαμορφώνονται με τον ν. 5225/2025, που αναφέρονται σε θέματα έκπτωσης, αργιών και στο πειθαρχικό δίκαιο (άρθρα 106 έως 146) των μόνιμων υπαλλήλων εφαρμόζονται αναλόγως στο προσωπικό του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των Κεφαλαίων Α’ και Β’ του π.δ. 410/1988 (Α΄ 191) και κατέχουν οργανικές ή προσωποπαγείς θέσεις. Ως εκ τούτου από 1.1.2026, χρόνο έναρξης ισχύος του άρθρου 65 του ν. 5225/2025, στο ανωτέρω προσωπικό εφαρμόζονται όλες οι διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα που αφορούν σε θέματα έκπτωσης, αργιών και στο πειθαρχικό δίκαιο (άρθρα 106 έως 146), συμπεριλαμβανομένων των άρθρων 141 και 142 του ΥΚ περί του δικαιώματος άσκησης ένστασης και προσφυγής κατά πειθαρχικών αποφάσεων. Έως 31.12.2025 εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου τέταρτου του ν.4057/2012.
- Αν στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου που υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής των Κεφαλαίων Α’ και Β’ του π.δ. 410/1988 (Α΄ 191) επιβληθεί αμετάκλητα η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας τους είναι υποχρεωτική. Στην περίπτωση αυτή εκδίδεται από το αρμόδιο για την πρόσληψη όργανο διαπιστωτική πράξη που επέχει θέση καταγγελίας της σύμβασης. Σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης λόγω έκπτωσης ή λόγω επιβολής της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσης δεν καταβάλλεται η αποζημίωση του άρθρου 55 του π.δ. 410/1988.
- Αντίστοιχη διάταξη εφαρμόζεται στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου των ΟΤΑ α΄ βαθμού. Σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης λόγω έκπτωσης ή λόγω επιβολής της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσης δεν καταβάλλεται αντίστοιχα η αποζημίωση του άρθρου 204 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων.
- Αρμόδιο για τα θέματα καταγγελίας από την υπηρεσία της σύμβασης εργασίας του ως άνω προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου σύμφωνα με το άρθρο 53 του Π.Δ. 410/1988 είναι το Πενταμελές Κλιμάκιο του Πειθαρχικού Συμβουλίου του άρθρου 119Α του Υπαλληλικού Κώδικα. Σπουδαίο λόγο, σύμφωνα με το άρθρο 53 του π.δ. 410/1988 για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας από την υπηρεσία, μπορεί να αποτελεί η τέλεση κάθε πειθαρχικού παραπτώματος, διατηρουμένων σε ισχύ των ρυθμίσεων του άρθρου 55 του ίδιου Π.Δ.
- Αντίστοιχη διάταξη ισχύει για το προσωπικό των δήμων και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου αυτών, ιδρυμάτων και Συνδέσμων Δήμων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, για το οποίο πλέον σπουδαίο λόγο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από την υπηρεσία σύμφωνα με το άρθρο 202 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων μπορεί να αποτελεί η τέλεση κάθε πειθαρχικού παραπτώματος.
- Όπου στις ισχύουσες διατάξεις, για θέματα που δεν αφορούν στην πειθαρχική διαδικασία, όπως στο άρθρο 95 του Υπαλληλικού Κώδικα (παραπομπή μη προακτέου υπαλλήλου), ορίζεται ως αρμόδιο όργανο το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο του άρθρου 146Α του Κώδικα Δημόσιων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., από 1.1.2026 καθίσταται αρμόδιο το Πενταμελές Κλιμάκιο του νέου Πειθαρχικού Συμβουλίου του άρθρου 119Α του Υπαλληλικού Κώδικα
- Ειδικές διατάξεις για τη συγκρότηση πειθαρχικών συμβουλίων που δεν καταργούνται ρητώς με τον νόμο 5225/2025, διατηρούνται σε ισχύ.
Ζ.23 ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
- Για τα πειθαρχικά παραπτώματα που τελούνται μετά την 1η.1.2026 εφαρμόζονται εξ ολοκλήρου οι διατάξεις διαδικαστικού χαρακτήρα και οι διατάξεις ουσιαστικού πειθαρχικού δικαίου του Υπαλληλικού Κώδικα, όπως τροποποιούνται με τα άρθρα 10 έως 45 του ν. 5225/2025. Για τα πειθαρχικά παραπτώματα εξακολουθητικού χαρακτήρα κρίσιμος είναι ο χρόνος κατά τον οποίο παύουν να τελούνται.
- Στις πειθαρχικές υποθέσεις που αφορούν:
α) σε παραπτώματα που τελέστηκαν έως την 31η.12.2025 και
β) η πειθαρχική δίωξη ασκείται μετά την 1η.1.2026,
εφαρμόζονται οι διατάξεις διαδικαστικού χαρακτήρα του πειθαρχικού δικαίου, όπως ισχύουν από την 1η.1.2026, ήτοι οι διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα, όπως τροποποιούνται με τα άρθρα 10 έως
45 του ν. 5225/2025. Όσον αφορά τις ουσιαστικού δικαίου πειθαρχικού δικαίου διατάξεις (πειθαρχικά παραπτώματα, πειθαρχικές ποινές, πειθαρχικά όργανα, παραγραφή παραπτώματος) βάσει της εφαρμοστέας γενικής αρχής του ποινικού δικαίου σύμφωνα με την οποία αν από την τέλεση του πειθαρχικού παραπτώματος μέχρι το πέρας της πειθαρχικής διαδικασίας ίσχυσαν περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον διωκόμενο ουσιαστικού δικαίου διατάξεις (πλέον παρ. 3 του άρθρου 108 του ΥΚ),εφαρμόζονται κατά περίπτωση οι ευνοϊκότερες για τον διωκόμενο διατάξεις.
- Στις πειθαρχικές υποθέσεις που αφορούν:
α) σε παραπτώματα που τελέστηκαν έως την 31η.12.2025 και
β) η πειθαρχική δίωξη έχει ασκηθεί ήδη κατά τη δημοσίευση του ν. 5225/2025 (2/9/2025) ή ασκείται έως 31.12.2025,
εφαρμόζονται οι ουσιαστικές και διαδικαστικές διατάξεις πειθαρχικού δικαίου, όπως ισχύουν έως την 31η.12.2025, ήτοι πριν από την τροποποίησή τους με τον ν.5225/2025.
| ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ | |||
| ΧΡΟΝΟΣ ΤΕΛΕΣΗΣ ΠΑΡΑΠΤΩΜΑΤΟΣ | ΧΡΟΝΟΣ ΑΣΚΗΣΗΣ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗΣ ΔΙΩΞΗΣ | ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΕΣ
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ |
ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟΥ
ΔΙΚΑΙΟΥ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ |
| Μετά την 1.1.2026 | Μετά την 1.1.2026 | Νέες διατάξεις ΥΚ | Νέες διατάξεις ΥΚ |
| Έως 31.12.2025 | Μετά την 1.1.2026 | Οι κατά περίπτωση
ευνοϊκότερες |
Νέες διατάξεις ΥΚ |
| Έως 31.12.2025 | Έως 31.12.2025 | Όπως ισχύουν έως
31.12.2025 |
Όπως ισχύουν έως
31.12.2025 |
- Τα συλλογικά πειθαρχικά όργανα που καταργούνται από την 1η.1.2027 σύμφωνα με το άρθρο 67 του νόμου (πρωτοβάθμια πειθαρχικά συμβούλια του άρθρου 146Β του ΥΚ και το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο του άρθρου 146Α του ΥΚ) υποχρεούνται να ολοκληρώσουν το αργότερο έως την 31η.12.2026 την εξέταση των υποθέσεων που εκκρεμούν σε αυτά μέχρι την 31η.12.2025.
- Ενστάσεις κατά των αποφάσεων των πρωτοβάθμιων πειθαρχικών συμβουλίων του άρθρου 146Β του ΥΚ, εξετάζονται από το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο, εφόσον ασκηθούν το αργότερο έως την 31η.12.2025.
- Πειθαρχικές υποθέσεις, οι οποίες εκκρεμούν ενώπιον διοικητικών συμβουλίων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου κατά την 31η.12.2025, διαβιβάζονται από την 1η.1.2026 υποχρεωτικά στο ανώτατο μονομελές πειθαρχικό όργανο του νομικού προσώπου, καθώς από 1.1.2026 δεν αποτελούν πλέον πειθαρχικά όργανα.
- Από την 1η.1.2026 οι υποθέσεις που εξετάζονται λόγω αρμοδιότητας από το πειθαρχικό συμβούλιο (παραπομπή πειθαρχικών υποθέσεων, ενστάσεις κατά αποφάσεων μονομελών πειθαρχικών οργάνων, γνωμοδότηση για θέση σε δυνητική αργία, επιστροφή αποδοχών αργίας) παραπέμπονται ή εισάγονται προς εξέταση στο νέο πειθαρχικό συμβούλιο του άρθρου 119Α του Υπαλληλικού Κώδικα.
- Το νέο Πειθαρχικό Συμβούλιο Ανθρώπινου Δυναμικού Δημόσιου Τομέα του άρθρου 119Α του Υπαλληλικού Κώδικα συγκροτείται έως την 31η.12.2025. Κατά την πρώτη εφαρμογή του άρθρου 119Α το Πειθαρχικό Συμβούλιο Ανθρώπινου Δυναμικού Δημόσιου Τομέα αποτελείται από δεκαπέντε (15) μέλη, με εξάμηνη θητεία που αρχίζει από την 1η.1.2026.
Η. ΓΕΝΙΚΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ
- Οι αποδέκτες της παρούσας εγκυκλίου παρακαλούνται να την κοινοποιήσουν, με κάθε πρόσφορο τρόπο, στα πρωτοβάθμια πειθαρχικά συμβούλια, στους υπαλλήλους και σε όλους τους φορείς που υπάγονται ή εποπτεύονται από αυτούς, εφόσον ανήκουν στο πεδίο εφαρμογής των σχετικών ρυθμίσεων.
- Ερωτήματα των αρμοδίων υπηρεσιών προσωπικού των ΟΤΑ α΄ και β’ βαθμού που αφορούν υπαλλήλους τους θα απευθύνονται ή θα αποστέλλονται αρμοδίως στη Διεύθυνση Προσωπικού Τοπικής Αυτοδιοίκησης του Υπουργείου Εσωτερικών (info@ypes.gr).
- Εφόσον κατά την εφαρμογή των διατάξεων ανακύπτουν ερωτήματα, τα οποία δεν καλύπτονται από τις οδηγίες που δίνονται με την παρούσα ή προηγούμενες εγκυκλίους, οι Δ/νσεις Προσωπικού αποκλειστικά δύνανται να απευθύνονται στην Υπηρεσία μας για περαιτέρω πληροφορίες ή διευκρινίσεις παρέχοντας κάθε στοιχείο απαραίτητο για την υπηρεσιακή κατάσταση του υπαλλήλου, για τον οποίο το ερώτημα.
- Οι υπάλληλοι απευθύνονται αποκλειστικά στις Δ/νσεις Προσωπικού, στις οποίες υπάγονται για τη διατύπωση τυχόν ερωτημάτων. Η Υπηρεσία μας θα θέτει στο αρχείο ή θα διαβιβάζει αρμοδίως ερωτήματα μεμονωμένων υπαλλήλων, οι οποίοι δεν έχουν απευθυνθεί αρμοδίως στην Υπηρεσία τους.
Η παρούσα εγκύκλιος έχει αναρτηθεί στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Εσωτερικών, www.ypes.gr,
στη διαδρομή «Ανθρώπινο Δυναμικό Δημοσίου Τομέα – Ανθρώπινο Δυναμικό».
Ο ΓΕΝΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΙΩΑΝΝΗΣ ΦΟΥΣΤΑΝΑΚΗΣ
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ: Πίνακας πειθαρχικών παραπτωμάτων, ποινών και χρόνος παραγραφής
ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΠΟΔΕΚΤΩΝ (με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο):
- Όλα τα Υπουργεία, Διευθύνσεις Διοικητικού/Προσωπικού
- Γενικές και Ειδικές Γραμματείες Υπουργείων, Δ/νσεις Διοικητικού /Προσωπικού
- Γενικές και Ειδικές Γραμματείες, Διευθύνσεις Διοικητικού/Προσωπικού
- Όλες τις Αποκεντρωμένες Διοικήσεις, Διευθύνσεις Διοικητικού/Προσωπικού (με την παράκληση να κοινοποιήσουν την παρούσα και στους Ο.Τ.Α. α΄ και β’ βαθμού της χωρικής τους αρμοδιότητας)
- Όλες τις Ανεξάρτητες Αρχές, Διευθύνσεις Διοικητικού/Προσωπικού
- Νομικό Συμβούλιο του Κράτους
- Προεδρία της Κυβέρνησης
- Υπουργείο Εσωτερικών, Διεύθυνση Προσωπικού Τοπικής Αυτοδιοίκησης
- Υπουργείο Υγείας/Διεύθυνση Ανθρώπινου Δυναμικού Νομικών Προσώπων dpnp@moh.gov.gr (με την παράκληση να κοινοποιήσουν την παρούσα στις Υγειονομικές Περιφέρειες)
- Εθνική Αρχή Διαφάνειας/ Γραφείο Διοικήτριας
- Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο grammateiadps@ypes.gov.gr
- ΑΔΕΔΥ
|
ΚΟΙΝ. (με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο):
- Όλα τα Υπουργεία
-Γραφεία Υπουργών, Υφυπουργών, Αναπληρωτών Υπουργών
-Γραφεία Γενικών, Ειδικών και Αναπληρωτών Γραμματέων
-Γραφεία Υπηρεσιακών Γραμματέων
- Αποκεντρωμένες Διοικήσεις
– Γραφεία Γραμματέων
-Γραφεία Συντονιστών
- support@ypes.gr, για την ανάρτηση στην ιστοσελίδα του Υπουργείου στη διαδρομή «Ανθρώπινο Δυναμικό Δημοσίου Τομέα – Ανθρώπινο Δυναμικό».
ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΔΙΑΝΟΜΗ:
- Γραφείο Υπουργού
- Γραφείο Υφυπουργού
- Γραφείο Γενικού Γραμματέα
- Δ/νση Διοικητικών Υπηρεσιών
| ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ | ||||
|
ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΠΑΡΑΠΤΩΜΑΤΑ (Άρθρο 107 Υ.Κ. παρ. 1) |
ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΕΣ ΠΟΙΝΕΣ ΠΟΥ ΔΥΝΑΝΤΑΙ ΝΑ ΕΠΙΒΛΗΘΟΥΝ
(Αρ. 109 ΥΚ) |
Η ΠΟΙΝΗ ΤΗΣ ΟΡΙΣΤΙΚΗΣ ΠΑΥΣΗΣ 1 ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΠΙΒΛΗΘΕΙ ΜΟΝΟ ΣΤΙΣ ΑΚΟΛΟΥΘΕΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ –
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΑ ΠΡΟΣΤΙΜΑ (ΑΡ. 109 ΥΚ) |
ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ 2 (άρθρο 112 του ΥΚ) |
|
|
α) |
πράξεις με τις οποίες εκδηλώνεται άρνηση αναγνώρισης του Συντάγματος ή έλλειψη αφοσίωσης στην Πατρίδα και τη
Δημοκρατία |
Δεν μπορεί να επιβληθεί ποινή κατώτερη του υποβιβασμού |
Ποινή οριστικής παύσης |
Παραγράφεται μετά από επτά (7) έτη |
|
β) |
κάθε παράβαση υπαλληλικού καθήκοντος που προσδιορίζεται από τις υποχρεώσεις που επιβάλλουν στον υπάλληλο οι κείμενες διατάξεις, εντολές και οδηγίες. Το
υπαλληλικό καθήκον σε καμία περίπτωση δεν επιβάλλει στον υπάλληλο πράξη ή παράλειψη που να αντίκειται προς τις διατάξεις του Συντάγματος και των νόμων, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 25 του ν.3528/2007. |
Μπορεί να επιβληθεί οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή με εξαίρεση την οριστική παύση |
Παραγράφεται μετά από πέντε (5) έτη |
|
|
γ) |
τα εγκλήματα σχετικά με την υπηρεσία κατά τον Ποινικό Κώδικα ή άλλους ειδικούς ποινικούς νόμους, |
Δεν μπορεί να επιβληθεί ποινή κατώτερη του υποβιβασμού |
Ποινή οριστικής παύσης- Το
πειθαρχικό συμβούλιο μπορεί να επιβάλλει μαζί με την ποινή της οριστικής παύσης, επιπλέον διοικητική κύρωση από 10.000 έως 100.000 ευρώ. |
Παραγράφεται μετά από επτά (7) έτη |
| δ) | η απόκτηση οικονομικού οφέλους ή
ανταλλάγματος προς όφελος του ιδίου του υπαλλήλου ή τρίτου προσώπου, κατά την |
Δεν μπορεί να επιβληθεί ποινή κατώτερη του υποβιβασμού | Ποινή οριστικής παύσης-Το πειθαρχικό συμβούλιο μπορεί να επιβάλλει μαζί
με την ποινή της οριστικής παύσης, |
Παραγράφεται μετά από επτά (7) έτη |
1 Η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης μπορεί να επιβληθεί για οποιοδήποτε παράπτωμα, αν κατά τα τρία (3) προηγούμενα έτη από τη διάπραξή του, είχαν επιβληθεί στον υπάλληλο τρεις (3) τουλάχιστον πειθαρχικές ποινές ανώτερες του προστίμου αποδοχών ενός (1) μηνός ή αν κατά τα δύο (2) προηγούμενα έτη από τη διάπραξή του, ο υπάλληλος είχε τιμωρηθεί για το ίδιο παράπτωμα με ποινή ανώτερη του προστίμου αποδοχών ενός (1) μηνός.
2 Ο χρόνος της παραγραφής υπολογίζεται κατά κανόνα από την ημέρα τέλεσης του παραπτώματος. Κατ’ εξαίρεση για τα πειθαρχικά παραπτώματα των περ. δ), κε), λγ) και λδ) της παρ. 1 του άρθρου 107, η παραγραφή αρχίζει από την ημερομηνία που ο αρμόδιος πειθαρχικώς προϊστάμενος έλαβε γνώση της τέλεσης της πράξης. Πειθαρχικό παράπτωμα το οποίο αποτελεί και ποινικό αδίκημα δεν παραγράφεται πριν παραγραφεί το ποινικό αδίκημα. Η παραγραφή πειθαρχικών παραπτωμάτων με διαρκή χαρακτήρα εκκινεί από την τελευταία πράξη, που συνιστά πειθαρχική παράβαση.
| ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ | ||||
|
ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΠΑΡΑΠΤΩΜΑΤΑ (Άρθρο 107 Υ.Κ. παρ. 1) |
ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΕΣ ΠΟΙΝΕΣ ΠΟΥ ΔΥΝΑΝΤΑΙ ΝΑ ΕΠΙΒΛΗΘΟΥΝ
(Αρ. 109 ΥΚ) |
Η ΠΟΙΝΗ ΤΗΣ ΟΡΙΣΤΙΚΗΣ ΠΑΥΣΗΣ 1 ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΠΙΒΛΗΘΕΙ ΜΟΝΟ ΣΤΙΣ ΑΚΟΛΟΥΘΕΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ –
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΑ ΠΡΟΣΤΙΜΑ (ΑΡ. 109 ΥΚ) |
ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ 2 (άρθρο 112 του ΥΚ) |
|
| άσκηση των καθηκόντων του ή εξ αφορμής αυτών, | επιπλέον διοικητική κύρωση από
10.000 έως 100.000 ευρώ. |
|||
|
ε) |
η αναξιοπρεπής ή ανάρμοστη ή ανάξια για υπάλληλο συμπεριφορά εντός ή εκτός υπηρεσίας, |
Μπορεί να επιβληθεί οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή με εξαίρεση την οριστική παύση -Εξαίρεση για την περίπτωση της χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπούς συμπεριφοράς |
Ποινή οριστικής παύσης στην περίπτωση της χαρακτηριστικώς
αναξιοπρεπούς ή ανάξιας για υπάλληλο διαγωγής εντός ή εκτός υπηρεσίας-Το πειθαρχικό συμβούλιο μπορεί να επιβάλει, μαζί με την ποινή της οριστικής παύσης, επιπλέον διοικητική κύρωση από 10.000 έως 100.000 ευρώ, εφόσον το παράπτωμα σχετίζεται με οικονομικό αντικείμενο. |
Παραγράφεται μετά από πέντε (5) έτη |
|
στ) |
η παραβίαση της αρχής της αμεροληψίας ή η παράλειψη δήλωσης κωλύματος
συμφέροντος, |
Μπορεί να επιβληθεί οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή με εξαίρεση την οριστική παύση | Παραγράφεται μετά από πέντε (5) έτη | |
|
ζ) |
η παραβίαση της αρχής της ισότητας, των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης, σύμφωνα με τον ν.
3896/2010 (Α’ 207), η παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης και της καταπολέμησης των διακρίσεων λόγω φυλής, χρώματος, εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, γενεαλογικών καταβολών, θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας ή χρόνιας πάθησης, ηλικίας, οικογενειακής ή κοινωνικής κατάστασης, σεξουαλικού προσανατολισμού, ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου, σύμφωνα με τον ν. 4443/2016 (Α’ 232, διόρθωση σφάλματος Α’ 23/1.3.2017), η |
Μπορεί να επιβληθεί οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή με εξαίρεση την οριστική παύση |
Παραγράφεται μετά από πέντε (5) έτη |
|
| ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ | ||||
|
ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΠΑΡΑΠΤΩΜΑΤΑ (Άρθρο 107 Υ.Κ. παρ. 1) |
ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΕΣ ΠΟΙΝΕΣ ΠΟΥ ΔΥΝΑΝΤΑΙ ΝΑ ΕΠΙΒΛΗΘΟΥΝ
(Αρ. 109 ΥΚ) |
Η ΠΟΙΝΗ ΤΗΣ ΟΡΙΣΤΙΚΗΣ ΠΑΥΣΗΣ 1 ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΠΙΒΛΗΘΕΙ ΜΟΝΟ ΣΤΙΣ ΑΚΟΛΟΥΘΕΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ –
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΑ ΠΡΟΣΤΙΜΑ (ΑΡ. 109 ΥΚ) |
ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ 2 (άρθρο 112 του ΥΚ) |
|
| χρήση γλώσσας έμφυλης διάκρισης, κατά την άσκηση των καθηκόντων | ||||
|
ζα) |
η εκδήλωση κάθε μορφής βίας και
παρενόχλησης στην εργασία, σύμφωνα με τον ν. 4808/2021 (Α’ 101), κατά την άσκηση των καθηκόντων, |
Μπορεί να επιβληθεί οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή με εξαίρεση την οριστική παύση |
Παραγράφεται μετά από πέντε (5) έτη |
|
| η) | η παραβίαση της υποχρέωσης εχεμύθειας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 26
του ν.3528/2007 |
Μπορεί να επιβληθεί οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή | Ποινή οριστικής παύσης | Παραγράφεται μετά από πέντε (5) έτη |
| θ) | η σοβαρή απείθεια, | Δεν μπορεί να επιβληθεί ποινή κατώτερη του υποβιβασμού | Ποινή οριστικής παύσης-σε περίπτωση
εξαιρετικώς σοβαρής απείθειας |
Παραγράφεται μετά από επτά (7) έτη |
|
ι) |
η αδικαιολόγητη αποχή από την εκτέλεση των καθηκόντων, |
Δεν μπορεί να επιβληθεί ποινή κατώτερη του υποβιβασμού εφόσον η αδικαιολόγητη αποχή από την εκτέλεση των υπηρεσιακών καθηκόντων
υπερβαίνει τις είκοσι δύο (22) εργάσιμες ημέρες συνεχώς ή τις τριάντα (30) εργάσιμες ημέρες σε διάστημα ενός (1) έτους ή πάνω από πενήντα (50) εργάσιμες ημέρες εντός μίας διετίας. |
Ποινή οριστικής παύσης σε περίπτωση αδικαιολόγητης αποχής πάνω από είκοσι δύο (22) εργάσιμες ημέρες
συνεχώς ή πάνω από τριάντα (30) εργάσιμες ημέρες σε διάστημα ενός (1) έτους ή πάνω από πενήντα (50) εργάσιμες ημέρες εντός μίας διετίας |
Παραγράφεται μετά από επτά (7) έτη |
|
ια) |
η παραβίαση των υποχρεώσεων του
άρθρου 27 του ν.3528/2007 (συμπεριφορά υπαλλήλου) , καθώς και η αδικαιολόγητη προτίμηση νεότερων υποθέσεων με παραμέληση παλαιότερων, |
Μπορεί να επιβληθεί οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή με εξαίρεση την οριστική παύση |
Παραγράφεται μετά από πέντε (5) έτη |
|
| ιβ) | η άρνηση παροχής πληροφόρησης στους πολίτες και τις αρχές, | Μπορεί να επιβληθεί οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή με εξαίρεση την οριστική παύση | Παραγράφεται μετά από πέντε (5) έτη | |
|
ιγ) |
η προδήλως αδικαιολόγητη μη εξυπηρέτηση των πολιτών και η υπαίτια μη έγκαιρη διεκπεραίωση των υποθέσεών
τους, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, |
Μπορεί να επιβληθεί οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή με εξαίρεση την οριστική παύση |
Παραγράφεται μετά από πέντε (5) έτη |
|
| ιδ) | η χρησιμοποίηση της δημοσιοϋπαλληλικής ιδιότητας ή πληροφοριών που κατέχει ο | Δεν μπορεί να επιβληθεί ποινή κατώτερη του προστίμου | Παραγράφεται μετά από πέντε (5) έτη | |
|
| ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ | ||||
|
ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΠΑΡΑΠΤΩΜΑΤΑ (Άρθρο 107 Υ.Κ. παρ. 1) |
ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΕΣ ΠΟΙΝΕΣ ΠΟΥ ΔΥΝΑΝΤΑΙ ΝΑ ΕΠΙΒΛΗΘΟΥΝ
(Αρ. 109 ΥΚ) |
Η ΠΟΙΝΗ ΤΗΣ ΟΡΙΣΤΙΚΗΣ ΠΑΥΣΗΣ 1 ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΠΙΒΛΗΘΕΙ ΜΟΝΟ ΣΤΙΣ ΑΚΟΛΟΥΘΕΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ –
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΑ ΠΡΟΣΤΙΜΑ (ΑΡ. 109 ΥΚ) |
ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ 2 (άρθρο 112 του ΥΚ) |
|
| υπάλληλος λόγω της υπηρεσίας ή της θέσης του, για εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων του ίδιου ή τρίτων
προσώπων |
||||
| ιε) | η αδικαιολόγητη άρνηση προσέλευσης για ιατρική εξέταση | Δεν μπορεί να επιβληθεί ποινή κατώτερη του προστίμου | Ποινή οριστικής παύσης σε περίπτωση
εμμονής σε άρνηση προσέλευσης για εξέταση από υγειονομική επιτροπή |
Παραγράφεται μετά από πέντε (5) έτη |
|
ιστ) |
η άμεση ή μέσω τρίτου προσώπου συμμετοχή σε δημοπρασία την οποία
διενεργεί επιτροπή, μέλος της οποίας είναι ο υπάλληλος ή όταν η επιτροπή αυτή υπάγεται στην αρχή στην οποία ο υπάλληλος υπηρετεί, |
Δεν μπορεί να επιβληθεί ποινή κατώτερη του προστίμου |
Ποινή οριστικής παύσης |
Παραγράφεται μετά από πέντε (5) έτη |
|
ιζ) |
η κακόβουλη άσκηση κριτικής των πράξεων της προϊσταμένης αρχής που γίνεται δημοσίως, γραπτώς ή προφορικώς, με σκόπιμη χρήση εν γνώσει εκδήλως
ανακριβών στοιχείων ή με χαρακτηριστικά απρεπείς εκφράσεις, |
Μπορεί να επιβληθεί οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή με εξαίρεση την οριστική παύση |
Παραγράφεται μετά από πέντε (5) έτη |
|
|
ιη) |
η άρνηση σύμπραξης, συνεργασίας, χορήγησης στοιχείων ή εγγράφων κατά τη διεξαγωγή έρευνας, επιθεώρησης ή
ελέγχου από Ανεξάρτητες Αρχές και τα ιδιαίτερα Σώματα και Υπηρεσίες Επιθεώρησης και Ελέγχου |
Δεν μπορεί να επιβληθεί ποινή κατώτερη του προστίμου |
Παραγράφεται μετά από πέντε (5) έτη |
|
|
ιθ) |
η αδικαιολόγητα μη έγκαιρη σύνταξη ή η σύνταξη μεροληπτικής έκθεσης
αξιολόγησης ή η σύνταξη έκθεσης με κρίσεις ή χαρακτηρισμούς που δεν εξειδικεύονται με αναφορά συγκεκριμένων στοιχείων, |
Δεν μπορεί να επιβληθεί ποινή κατώτερη του προστίμου |
Παραγράφεται μετά από πέντε (5) έτη |
|
|
| ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ | ||||
|
ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΠΑΡΑΠΤΩΜΑΤΑ (Άρθρο 107 Υ.Κ. παρ. 1) |
ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΕΣ ΠΟΙΝΕΣ ΠΟΥ ΔΥΝΑΝΤΑΙ ΝΑ ΕΠΙΒΛΗΘΟΥΝ
(Αρ. 109 ΥΚ) |
Η ΠΟΙΝΗ ΤΗΣ ΟΡΙΣΤΙΚΗΣ ΠΑΥΣΗΣ 1 ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΠΙΒΛΗΘΕΙ ΜΟΝΟ ΣΤΙΣ ΑΚΟΛΟΥΘΕΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ –
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΑ ΠΡΟΣΤΙΜΑ (ΑΡ. 109 ΥΚ) |
ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ 2 (άρθρο 112 του ΥΚ) |
|
|
ιθα) |
η άρνηση υπαλλήλου να λάβει μέρος, να διευκολύνει ή να προβεί στη διαδικασία αξιολόγησης είτε ως αξιολογητής είτε ως αξιολογούμενος, |
Δεν μπορεί να επιβληθεί ποινή κατώτερη του προστίμου αποδοχών δύο (2) μηνών |
Ποινή οριστικής παύσης αν για δύο (2) συνεχόμενες αξιολογικές περιόδους
αρνηθεί ο υπάλληλος να λάβει μέρος, να διευκολύνει ή να προβεί στη διαδικασία αξιολόγησης είτε ως αξιολογητής είτε ως αξιολογούμενος |
Παραγράφεται μετά από πέντε (5) έτη |
| κ) | η άρνηση ή παρέλκυση εκτέλεσης υπηρεσίας | Μπορεί να επιβληθεί οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή με εξαίρεση την οριστική παύση | Παραγράφεται μετά από πέντε (5) έτη | |
|
κα) |
η χρησιμοποίηση τρίτων προσώπων για την απόκτηση υπηρεσιακής εύνοιας ή την
πρόκληση ή ματαίωση εντολής της υπηρεσίας |
Δεν μπορεί να επιβληθεί ποινή κατώτερη του προστίμου | Παραγράφεται μετά από πέντε (5) έτη | |
|
κβ) |
η σύναψη στενών κοινωνικών σχέσεων με πρόσωπα, με αφορμή το χειρισμό θεμάτων αρμοδιότητας του υπαλλήλου από την
αντιμετώπιση των οποίων εξαρτώνται ουσιώδη συμφέροντα των προσώπων αυτών, |
Δεν μπορεί να επιβληθεί ποινή κατώτερη του προστίμου |
Παραγράφεται μετά από πέντε (5) έτη |
|
|
κγ) |
η φθορά λόγω ασυνήθιστης χρήσης, η εγκατάλειψη ή η παράνομη χρήση
πράγματος το οποίο ανήκει στην υπηρεσία, |
Μπορεί να επιβληθεί οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή με εξαίρεση την οριστική παύση | Παραγράφεται μετά από πέντε (5) έτη | |
|
κδ) |
παράλειψη από τα πειθαρχικά όργανα δίωξης και τιμωρίας πειθαρχικού παραπτώματος, με την επιφύλαξη των
διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 110 του παρόντος ή η παράλειψη ή καθυστέρηση έκδοσης διαπιστωτικής πράξης έκπτωσης από την υπηρεσία, |
Δεν μπορεί να επιβληθεί ποινή κατώτερη του προστίμου |
Παραγράφεται μετά από πέντε (5) έτη |
|
|
| ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ | ||||
|
ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΠΑΡΑΠΤΩΜΑΤΑ (Άρθρο 107 Υ.Κ. παρ. 1) |
ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΕΣ ΠΟΙΝΕΣ ΠΟΥ ΔΥΝΑΝΤΑΙ ΝΑ ΕΠΙΒΛΗΘΟΥΝ
(Αρ. 109 ΥΚ) |
Η ΠΟΙΝΗ ΤΗΣ ΟΡΙΣΤΙΚΗΣ ΠΑΥΣΗΣ 1 ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΠΙΒΛΗΘΕΙ ΜΟΝΟ ΣΤΙΣ ΑΚΟΛΟΥΘΕΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ –
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΑ ΠΡΟΣΤΙΜΑ (ΑΡ. 109 ΥΚ) |
ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ 2 (άρθρο 112 του ΥΚ) |
|
|
κε) |
η άσκηση εργασίας ή έργου με αμοιβή χωρίς προηγούμενη άδεια της υπηρεσίας ή η συμμετοχή σε εταιρείες κατά παράβαση
του άρθρου 32 ή η άσκηση έργων ασυμβίβαστων με την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου σύμφωνα με τα άρθρα 33 και 34, |
Δεν μπορεί να επιβληθεί ποινή κατώτερη του προστίμου |
Ποινή οριστικής παύσης – Το
πειθαρχικό συμβούλιο μπορεί να επιβάλλει μαζί με την ποινή της οριστικής παύσης, επιπλέον διοικητική κύρωση από 10.000 έως 100.000 ευρώ. |
Παραγράφεται μετά από επτά (7) έτη |
| κστ | η απλή απείθεια, | Μπορεί να επιβληθεί οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή με εξαίρεση την οριστική παύση | Παραγράφεται μετά από πέντε (5) έτη | |
|
κζ) |
η μη τήρηση του ωραρίου από τον υπάλληλο και η παράλειψη του
προϊσταμένου να ελέγχει την τήρησή του, |
Μπορεί να επιβληθεί οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή με εξαίρεση την οριστική παύση | Παραγράφεται μετά από πέντε (5) έτη | |
| κη) | η αμέλεια ή ατελής εκπλήρωση του υπηρεσιακού καθήκοντος, | Μπορεί να επιβληθεί οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή με εξαίρεση την οριστική παύση | Παραγράφεται μετά από πέντε (5) έτη | |
|
κθ) |
η άρνηση συνεργασίας με τα Κέντρα Εξυπηρέτησης Πολιτών (Κ.Ε.Π.) και η μη εφαρμογή των διατάξεων περί
απλούστευσης των διαδικασιών και καταπολέμησης της γραφειοκρατίας, |
Μπορεί να επιβληθεί οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή με εξαίρεση την οριστική παύση |
Παραγράφεται μετά από πέντε (5) έτη |
|
|
λ) |
το ειδικό πειθαρχικό παράπτωμα της μη εμφάνισης ή της άρνησης κατάθεσης μάρτυρα χωρίς εύλογη αιτία που
προβλέπεται στην παρ. 2 του άρθρου 130, |
Μπορεί να επιβληθεί οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή με εξαίρεση την οριστική παύση |
Παραγράφεται μετά από πέντε (5) έτη |
|
|
λα) |
η μη εκτέλεση τελεσίδικης πειθαρχικής απόφασης σύμφωνα με το τρίτο εδάφιο της
παρ. 1 του άρθρου 144, |
Μπορεί να επιβληθεί οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή με εξαίρεση την οριστική παύση | Παραγράφεται μετά από πέντε (5) έτη | |
|
λβ) |
η μη ανάρτηση ή η μη έγκαιρη ανάρτηση στο διαδίκτυο των πράξεων που είναι
αναρτητέες σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 77 του ν. 4727/2020 (Α’ 184), |
Μπορεί να επιβληθεί οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή με εξαίρεση την οριστική παύση |
Παραγράφεται μετά από πέντε (5) έτη |
|
|
| ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ | ||||
|
ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΠΑΡΑΠΤΩΜΑΤΑ (Άρθρο 107 Υ.Κ. παρ. 1) |
ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΕΣ ΠΟΙΝΕΣ ΠΟΥ ΔΥΝΑΝΤΑΙ ΝΑ ΕΠΙΒΛΗΘΟΥΝ
(Αρ. 109 ΥΚ) |
Η ΠΟΙΝΗ ΤΗΣ ΟΡΙΣΤΙΚΗΣ ΠΑΥΣΗΣ 1 ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΠΙΒΛΗΘΕΙ ΜΟΝΟ ΣΤΙΣ ΑΚΟΛΟΥΘΕΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ –
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΑ ΠΡΟΣΤΙΜΑ (ΑΡ. 109 ΥΚ) |
ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ 2 (άρθρο 112 του ΥΚ) |
|
|
λγ) |
η κατάθεση, η χρήση, η συμπερίληψη και η διατήρηση στον ατομικό υπηρεσιακό
φάκελο υπαλλήλου, πλαστού, νοθευμένου ή παραποιημένου πιστοποιητικού ή τίτλου ή βεβαιώσεως, με την επιφύλαξη του άρθρου 20 περί ανάκλησης διορισμού, |
Δεν μπορεί να επιβληθεί κατώτερη ποινή της προσωρινής παύσης |
Ποινή οριστικής παύσης – Το
πειθαρχικό συμβούλιο μπορεί να επιβάλλει μαζί με την ποινή της οριστικής παύσης, επιπλέον διοικητική κύρωση από 10.000 έως 100.000 ευρώ. |
Παραγράφεται μετά από επτά (7) έτη |
|
λδ) |
οποιαδήποτε πράξη κατά της γενετήσιας ελευθερίας, καθώς και ειδικότερα η προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας
άλλου προσώπου ή και οποιαδήποτε πράξη οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, εντός και εκτός υπηρεσίας. Επιβαρυντική περίσταση αποτελεί η τέλεση των πράξεων αυτών σε βάρος ανηλίκων ή και η τέλεση των πράξεων αυτών από υπαλλήλους κατά κατάχρηση των υπηρεσιακών τους καθηκόντων. |
Δεν μπορεί να επιβληθεί κατώτερη ποινή της προσωρινής παύσης |
Ποινή οριστικής παύσης |
Παραγράφεται μετά από επτά (7) έτη |
i
i Η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης μπορεί να επιβληθεί για οποιοδήποτε παράπτωμα, αν κατά τα τρία (3) προηγούμενα έτη από τη διάπραξή του, είχαν επιβληθεί στον υπάλληλο τρεις (3) τουλάχιστον πειθαρχικές ποινές ανώτερες του προστίμου αποδοχών ενός (1) μηνός ή αν κατά τα δύο (2) προηγούμενα έτη από τη διάπραξή του, ο υπάλληλος είχε τιμωρηθεί για το ίδιο παράπτωμα με ποινή ανώτερη του προστίμου αποδοχών ενός (1) μηνός.
2 Ο χρόνος της παραγραφής υπολογίζεται κατά κανόνα από την ημέρα τέλεσης του παραπτώματος. Κατ’ εξαίρεση για τα πειθαρχικά παραπτώματα των περ. δ), κε), λγ) και λδ) της παρ. 1 του άρθρου 107, η παραγραφή αρχίζει από την ημερομηνία που ο αρμόδιος πειθαρχικώς προϊστάμενος έλαβε γνώση της τέλεσης της πράξης. Πειθαρχικό παράπτωμα το οποίο αποτελεί και ποινικό αδίκημα δεν παραγράφεται πριν παραγραφεί το ποινικό αδίκημα. Η παραγραφή πειθαρχικών παραπτωμάτων με διαρκή χαρακτήρα εκκινεί από την τελευταία πράξη, που συνιστά πειθαρχική παράβαση.
Διευκρινιστική εγκύκλιος νέου πειθαρχικού δικαίου των δημοσίων υπαλλήλων δημοσιεύθηκε με αριθμ. πρωτ. ΔΙΔΑΔ/Φ.69/276 /οικ.17614/7-11-2025 και θέμα:
Νόμος 5225/2025 «Αναμόρφωση του πειθαρχικού δικαίου των υπαλλήλων του δημόσιου τομέα, σύσταση Ελληνικού Κέντρου Εμπειρογνωμοσύνης Διοικητικών Μεταρρυθμίσεων και λοιπές διατάξεις», Α΄ 152
https://drive.google.com/file/d/1bHo7GvpsmSt249kLC374Yj7RiITubpBb/view?usp=sharing