8ο Ενημερωτικό Σημείωμα Συνεδρίασης ΑΠΥΣΔΕ 24_07_2026

8ο Ενημερωτικό Σημείωμα Συνεδρίασης ΑΠΥΣΔΕ 24_07_2026

 

Την Παρασκευή 24 Ιουλίου  2026

συνήλθε το ΑΠΥΣΔΕ Κεντρικής Μακεδονίας κατόπιν προσκλήσεως του προέδρου του Συμβουλίου κυρίου Κόπτση Αλεξάνδρου.

Η παρούσα συνεδρίαση είναι μονοθεματική και αποτελεί συνέχεια της συνεδρίασης της 21ης Ιουλίου 2026.

Το μοναδικό θέμα ενασχόλησης ήταν:

Γνωμοδότηση επί αιτήματος χορήγησης άδειας υπηρεσιακής εκπαίδευσης με αποδοχές σε εκπαιδευτικό Δ.Ε. Κεντρικής Μακεδονίας

Στην πρόσκληση που μας απηύθυνε η διοίκηση για τη συνεδρίαση του ΑΠΥΣΔΕ της 21ης Ιουλίου 2026 μεταξύ των θεμάτων που ανέφερα στο 7ο Ενημερωτικό Σημείωμα 21_07_2026 ήταν και το ανωτέρω θέμα.

Θεωρώντας ότι το εν λόγω θέμα είναι πάρα πολύ σοβαρό το αναπτύσσω σε ξεχωριστή ενημέρωση.

Άδεια υπηρεσιακής εκπαίδευσης με αποδοχές

 

 

Νομοθετικό πλαίσιο 

Χορήγηση Υπηρεσιακής Άδειας με αποδοχές Νομοθεσία

Εκπαιδευτικός υπέβαλλε αίτηση για να της χορηγηθεί υπηρεσιακή άδεια με αποδοχές.

Η εισήγηση της διοίκησης ήταν αρνητική για λόγους που βεβαίως δεν ευσταθούν.

Τρία από τα πέντε μέλη συμφώνησαν στο να χορηγηθεί εκπαιδευτική άδεια με αποδοχές.

Στο σημείο αυτό ο πρόεδρος του ΑΠΥΣΔΕ Κεντρικής Μακεδονίας προτείνει τη διακοπή της συνεδρίασης με σκοπό να ερωτηθεί εκ νέου το ΥΠΑΙΘΑ εάν πρέπει να χορηγηθεί υπηρεσιακή άδεια με αποδοχές.

 

Η πλειοψηφία (τέσσερα μέλη) των μελών του ΑΠΥΣΔΕ συμφώνησε με την πρόταση του Περιφερειακού Διευθυντή.

 

Διαφώνησα στη διακοπή της συνεδρίασης και μεταξύ άλλων ανέφερα και το εξής:  Η αδιαφορία του ΥΠΑΙΘΑ να απαντήσει εντός των προβλεπόμενων χρονικών ορίων δεν μπορεί να αποτελεί πρόσκομμα στη συνεδρίαση μας. Δε γίνεται όλοι οι εκπαιδευτικοί να είμαστε υποχρεωμένοι να τηρούμε τα οριζόμενα χρονοδιαγράμματα αλλά το ΥΠΑΙΘΑ να αδιαφορεί για αυτά εφόσον δεν του συμφέρει να απαντήσει.

Παρόλαυτα η συνεδρίαση διεκόπη και ορίστηκε νέα συνεδρίαση για την 24η Ιουλίου 2026.



Σας παραθέτω την τοποθέτησή μου στη συνεδρίαση της 21ης Ιουλίου 2026 με βάση της εισήγησης του Προέδρου του ΑΠΥΣΔ Κεντρικής Μακεδονίας:

 

Τοποθέτηση Αιρετού Παπαχρήστου Δ. Βασιλείου επί της εισηγήσεως του Προέδρου του ΑΠΥΣΔΕ

(συνεδρίαση 21ης Ιουλίου 2026)

Η εισήγηση του Προέδρου παρέπεμπε σε σειρά νομοθετικών διατάξεων, οι οποίες, κατά την άποψή μου, έχρηζαν προσεκτικής εξέτασης ως προς τη συνάφειά τους με το υπό κρίση ζήτημα. Για τον λόγο αυτό έκρινα σκόπιμο να παρουσιάσω το πραγματικό περιεχόμενό τους και να αξιολογήσω κατά πόσον θεμελίωναν τη θέση που υποστηριζόταν στην εισήγηση.

Οι δύο τελευταίοι νόμοι στους οποίους παραπέμπει η περίπτωση στ΄ της παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 2986/2002, ήτοι οι ν. 2683/1999 και ν. 2721/1999, έχουν καταργηθεί με την έναρξη ισχύος του ν. 3528/2007 (Υπαλληλικός Κώδικας). Κατά συνέπεια, η συγκεκριμένη παραπομπή έχει απολέσει το κανονιστικό της έρεισμα και δεν δύναται να αποτελέσει αυτοτελή βάση ερμηνείας ή κρίσης επί του υπό εξέταση ζητήματος. Ως εκ τούτου, η επίκλησή της στην εισήγηση δεν προσθέτει ουσιώδες νομικό επιχείρημα ως προς την κρίση του Συμβουλίου.

Ομοίως, οι μεταγενέστερες τροποποιήσεις της παρ. 1 του άρθρου 9 ν. 2986/2002 από τον ν. 4186/2013 (άρθρο 36 §21, περ. δ΄) και τον ν. 4235/2014 (άρθρο 68, περ. ε΄) αφορούν αποκλειστικά, αντιστοίχως, την υποχρέωση παραμονής του εκπαιδευτικού στην υπηρεσία μετά τη λήξη της άδειας και την επιστροφή τυχόν καταβληθεισών αποδοχών σε περίπτωση αθέτησης της υποχρέωσης αυτής. Δεν εισάγουν, συνεπώς, κανέναν περιορισμό ως προς τη χορήγηση της εκπαιδευτικής άδειας ούτε μεταβάλλουν τις προϋποθέσεις χορήγησής της, και δεν μπορούν να αποτελέσουν νομικό έρεισμα για την απόρριψη του υπό κρίση αιτήματος.

Από τη συνδυαστική ερμηνεία των ανωτέρω διατάξεων προέκυπτε ότι καμία από αυτές δεν θέσπιζε προϋποθέσεις ή περιορισμούς που να δικαιολογούν την απόρριψη του εξεταζόμενου αιτήματος. Το ισχύον κανονιστικό πλαίσιο για τη χορήγηση υπηρεσιακής άδειας στους δημοσίους υπαλλήλους διέπεται πλέον από τον ν. 3528/2007 (Υπαλληλικός Κώδικας), ο οποίος αποτελεί το βασικό νομοθέτημα επί του ζητήματος. Ως εκ τούτου, η εκτενής επίκληση των προαναφερθεισών διατάξεων δεν προσέθετε ουσιώδες νομικό έρεισμα στην εισήγηση ως προς το ζήτημα που καλούνταν να κρίνει το Συμβούλιο.

Ο ν. 3204/2003 ρυθμίζει ειδική και απολύτως διακριτή περίπτωση, η οποία αφορά δημοσίους υπαλλήλους που αποκτούν ή κατέχουν πτυχίο Ιατρικής και τοποθετούνται ως υπεράριθμοι άμισθοι ειδικευόμενοι για την απόκτηση ιατρικής ειδικότητας. Πρόκειται για ειδική νομοθετική ρύθμιση, η οποία δεν αφορά τη χορήγηση υπηρεσιακής άδειας εκπαίδευσης στους εκπαιδευτικούς και, ως εκ τούτου, δεν παρουσίαζε ουσιαστική συνάφεια με το εξεταζόμενο ζήτημα.

Το βασικό νομοθέτημα που διέπει τη χορήγηση υπηρεσιακής άδειας εκπαίδευσης στους δημοσίους υπαλλήλους είναι ο ν. 3528/2007 (Υπαλληλικός Κώδικας). Ειδικότερα, το άρθρο 58 καθορίζει με πληρότητα τις προϋποθέσεις, τη διαδικασία, τα αρμόδια όργανα και τις συνέπειες της χορήγησης της άδειας. Συνεπώς, η κρίση του Συμβουλίου όφειλε να εδράζεται πρωτίστως στις διατάξεις του άρθρου αυτού, οι οποίες αποτελούν το ισχύον κανονιστικό πλαίσιο για την εξέταση του αιτήματος. Παραθέτω ακολούθως το πλήρες κείμενο της διάταξης.

«1. Για τη συμμετοχή του υπαλλήλου σε προγράμματα μετεκπαίδευσης και προγράμματα ή κύκλους μεταπτυχιακής εκπαίδευσης, ο υπάλληλος δικαιούται να ζητήσει άδεια υπηρεσιακής εκπαίδευσης. Άδεια δεν χορηγείται αν ο χρόνος υπηρεσίας του υπαλλήλου που απομένει μετά το πέρας της άδειας είναι μικρότερος του τετραπλάσιου της χρονικής διάρκειας της άδειας. Επίσης, η ανωτέρω άδεια δεν χορηγείται αν ο υπάλληλος δεν έχει συμπληρώσει τη δοκιμαστική υπηρεσία. 2. Η άδεια υπηρεσιακής εκπαίδευσης χορηγείται από τον αρμόδιο Υπουργό ή από τη διοίκηση του οικείου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, ύστερα από αίτηση του υπαλλήλου και μετά από σύμφωνη γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου, το οποίο ελέγχει τη συνδρομή των προϋποθέσεων της παραγράφου 1 και συνεκτιμά τη συνάφεια της μετεκπαίδευσης ή της μεταπτυχιακής εκπαίδευσης με το αντικείμενο της υπηρεσίας του, την υπηρεσιακή επίδοση και τις γνώσεις του υπαλλήλου. Ειδικά, προκειμένου περί εκπαιδευτικής άδειας στο εξωτερικό, απαιτείται πολύ καλή γνώση της γλώσσας της χώρας στην οποία πρόκειται να μεταβεί ο υπάλληλος. 3. Η άδεια χορηγείται υποχρεωτικά εάν ο υπάλληλος έχει λάβει υποτροφία από το Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών. Υποτροφία από άλλο ίδρυμα ή οργανισμό, ημεδαπό, διεθνή ή αλλοδαπό, ή αλλοδαπή κυβέρνηση, για μετεκπαίδευση ή μεταπτυχιακή εκπαίδευση σχετιζόμενη με το αντικείμενο της υπηρεσίας του υπαλλήλου, συνεκτιμάται για τη χορήγηση της άδειας. Η άρνηση χορήγησης της άδειας πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς. 4. Η άδεια υπηρεσιακής εκπαίδευσης δεν μπορεί να υπερβεί τη διετία. Σε περίπτωση φοίτησης σε προγράμματα ή κύκλους μεταπτυχιακών σπουδών διάρκειας 2 ετών ή εκπόνησης διδακτορικής διατριβής, η άδεια υπηρεσιακής εκπαίδευσης δεν μπορεί να υπερβεί τα τρία (3) ή τα τέσσερα (4) χρόνια αντίστοιχα. Καθ’ όλη τη διάρκεια της υπηρεσίας του υπαλλήλου δεν μπορεί να του χορηγηθεί άδεια υπηρεσιακής εκπαίδευσης πέραν των πέντε (5) ετών. 5. Ο υπάλληλος στον οποίο χορηγείται άδεια υπηρεσιακής εκπαίδευσης λαμβάνει τις αποδοχές του. Στους υπαλλήλους που χορηγείται άδεια για μετεκπαίδευση ή μεταπτυχιακή εκπαίδευση στο εσωτερικό παρέχονται αποδοχές αυξημένες κατά 20%. Αν η μετεκπαίδευση ή μεταπτυχιακή εκπαίδευση γίνεται εκτός της περιοχής του δήμου που εδρεύει η υπηρεσία του υπαλλήλου, μπορεί να ορίζεται προσαύξηση έως και 40% με απόφαση του υπηρεσιακού συμβουλίου. Σε περίπτωση τμηματικής χορήγησης της άδειας για μετεκπαίδευση ή μεταπτυχιακή εκπαίδευση στο εσωτερικό, παρέχονται, για το χρονικό διάστημα της εκπαιδευτικής άδειας, αποδοχές αυξημένες κατά δεκαπέντε τοις εκατό (15%). Αν η μετεκπαίδευση ή μεταπτυχιακή εκπαίδευση γίνεται σε εκπαιδευτικό ίδρυμα το οποίο βρίσκεται εκτός της περιοχής του δήμου που εδρεύει η υπηρεσία του υπαλλήλου, μπορεί να ορίζεται προσαύξηση αποδοχών έως και τριάντα τοις εκατό (30%) με απόφαση του υπηρεσιακού συμβουλίου. Στους υπαλλήλους που χορηγείται άδεια για μετεκπαίδευση ή μεταπτυχιακή εκπαίδευση στο εξωτερικό παρέχονται αποδοχές αυξημένες στο διπλάσιο. Η προσαύξηση των αποδοχών μειώνεται κατά το μέρος που καλύπτεται από υποτροφία ή άλλου είδους χρηματική αμοιβή ή αποζημίωση που τυχόν χορηγείται στον υπάλληλο στο εσωτερικό ή στο εξωτερικό. Ο υπάλληλος δικαιούται επίσης οδοιπορικά έξοδα μετάβασης και επιστροφής. 6. Η άδεια υπηρεσιακής εκπαίδευσης μπορεί να ανακαλείται, για εξαιρετικούς λόγους που αφορούν στην υπηρεσία ή για λόγους που ανάγονται στην επίδοση του υπαλλήλου, πριν από την πάροδο του χρόνου λήξης της, με πράξη του αρμόδιου για τη χορήγησή της οργάνου, η οποία εκδίδεται μετά από σύμφωνη και ειδικώς αιτιολογημένη γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου. 7. Μετά το τέλος της άδειας εκπαίδευσης, ο υπάλληλος υποχρεούται να υπηρετήσει στο Δημόσιο ή σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου για χρονικό διάστημα ίσο με το τριπλάσιο του χρόνου της άδειας. Σε περίπτωση αθέτησης της υποχρέωσης αυτής, ο υπάλληλος υποχρεούται να επιστρέψει τις αποδοχές που έλαβε κατά τον χρόνο της άδειας, ο οποίος δεν υπολογίζεται στην περίπτωση αυτή ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας. 8. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης καθορίζονται οι υποχρεώσεις των υπαλλήλων κατά τη διάρκεια της άδειας του παρόντος άρθρου, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.»

Από το περιεχόμενο του άρθρου 58 προκύπτει ότι ο νομοθέτης καθορίζει εξαντλητικά τις ουσιαστικές και διαδικαστικές προϋποθέσεις χορήγησης υπηρεσιακής άδειας εκπαίδευσης. Μεταξύ των προϋποθέσεων αυτών δεν περιλαμβάνεται γενική απαγόρευση χορήγησης άδειας λόγω δημοσιονομικών περιορισμών ούτε παρέχεται στο Υπηρεσιακό Συμβούλιο διακριτική ευχέρεια να εισαγάγει πρόσθετες προϋποθέσεις που δεν προβλέπονται από τον νόμο. Κατά συνέπεια, η κρίση του Συμβουλίου όφειλε να στηρίζεται αποκλειστικά στα κριτήρια που ο ίδιος ο νομοθέτης έχει θεσπίσει.

Περαιτέρω, ιδιαίτερη σημασία για την υπό κρίση περίπτωση είχε το άρθρο 125 του ν. 4926/2022, με το οποίο ο νομοθέτης ρυθμίζει ειδικά τον προγραμματισμό της χορήγησης μακροχρόνιων αδειών στους εκπαιδευτικούς, συμπεριλαμβανομένων των αδειών υπηρεσιακής εκπαίδευσης. Η διάταξη αυτή δεν τροποποιεί τις ουσιαστικές προϋποθέσεις χορήγησης της άδειας, αλλά καθορίζει αποκλειστικά το χρονικό πλαίσιο υποβολής των αιτήσεων και έκδοσης των σχετικών διοικητικών πράξεων. Παραθέτω τη σχετική διάταξη.

«Προγραμματισμός χορήγησης αδειών σε εκπαιδευτικούς και μέλη Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού – Ειδικού Βοηθητικού Προσωπικού της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Αιτήσεις εκπαιδευτικών και μελών του Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού (Ε.Ε.Π.) και του Ειδικού Βοηθητικού Προσωπικού (Ε.Β.Π.) της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης για τη χορήγηση, με ή χωρίς αποδοχές, μακροχρόνιων, πλέον των είκοσι (20) ημερών, αδειών σχετικών με την ανατροφή τέκνων, την ειδική προστασία της οικογένειας και της μητρότητας, τις διευκολύνσεις για οικογενειακούς λόγους, την υπηρεσιακή εκπαίδευση, την ολοκλήρωση μεταπτυχιακών σπουδών και την ανάγκη προσωρινής εγκατάστασης στο εξωτερικό, υποβάλλονται το αργότερο έως την 31η Μαΐου εκάστου έτους, η απόφαση χορήγησής τους εκδίδεται το αργότερο έως την 30ή Ιουνίου, και αφορά σε χρονικό διάστημα εντός του αμέσως επόμενου σχολικού έτους. Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται αν α) η ιδιότητα του εκπαιδευτικού ή μέλους Ε.Ε.Π. ή μέλους Ε.Β.Π. αποκτάται μετά την 31η Μαΐου, β) είναι αντικειμενικά αδύνατος ο προγραμματισμός του χρονικού διαστήματος στο οποίο αφορά η αιτούμενη άδεια, όπως σε περιπτώσεις που δικαιολογούνται από λόγους υγείας ή από άλλους εξαιρετικούς λόγους που ανακύπτουν μετά την 31η Μαΐου, και γ) οι εκπαιδευτικοί ή τα μέλη Ε.Ε.Π. ή τα μέλη Ε.Β.Π. έχουν αποσπαστεί σε εξωδιδακτικές θέσεις.»

Από το σύνολο των ανωτέρω διατάξεων προέκυπτε ότι η μη έκδοση της προβλεπόμενης κανονιστικής πράξης από τη Διοίκηση δεν μπορεί να λειτουργήσει σε βάρος του ούτε να οδηγήσει σε περιορισμό ή ματαίωση δικαιώματος που απορρέει ευθέως από τον νόμο. Η παράλειψη της Διοίκησης να ρυθμίσει ειδικότερα ζητήματα εφαρμογής δεν αναιρεί την ισχύ των διατάξεων του Υπαλληλικού Κώδικα ούτε απαλλάσσει τα αρμόδια διοικητικά όργανα από την υποχρέωση εφαρμογής τους. Κατά συνέπεια, η αιτούσα είχε πλήρες δικαίωμα να υποβάλει αίτηση για χορήγηση υπηρεσιακής άδειας με αποδοχές και το αίτημά της όφειλε να εξεταστεί αποκλειστικά υπό το πρίσμα των προϋποθέσεων που τάσσει ο νόμος.

Η εισήγηση επικαλούνταν επίσης τις υπ’ αριθ. 82036/Ε3/29-06-2020 και 89856/Ε3/22-07-2021 εγκυκλίους του ΥΠΑΙΘΑ, οι οποίες εκδόθηκαν αποκλειστικά για τα σχολικά έτη 2020-2021 και 2021-2022. Με τις εγκυκλίους αυτές, λαμβανομένων υπόψη των τότε δημοσιονομικών και υπηρεσιακών συνθηκών, παρασχέθηκαν ειδικές διοικητικές οδηγίες ως προς τη χορήγηση αδειών υπηρεσιακής εκπαίδευσης με αποδοχές. Ωστόσο, οι εγκύκλιοι αυτές είχαν σαφώς προσδιορισμένο χρονικό πεδίο εφαρμογής και ουδέποτε απέκτησαν χαρακτήρα γενικού και διαρκούς κανόνα δικαίου. Επιπλέον, κατά τα επόμενα σχολικά έτη δεν εκδόθηκε αντίστοιχη εγκύκλιος που να παρατείνει ή να επαναλαμβάνει τους περιορισμούς εκείνους.

Αναμφίβολα, η χορήγηση άδειας υπηρεσιακής εκπαίδευσης μπορεί να έχει δημοσιονομικές ή οργανωτικές συνέπειες για τη Διοίκηση. Ωστόσο, η εκτίμηση και η διαμόρφωση της δημοσιονομικής πολιτικής αποτελούν αρμοδιότητα του νομοθέτη και της εκτελεστικής εξουσίας και όχι των υπηρεσιακών συμβουλίων. Το ΑΠΥΣΔΕ καλείται να εφαρμόσει το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο και να εξετάσει εάν στην κρινόμενη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις χορήγησης της άδειας. Δεν δύναται να υποκαταστήσει τον νομοθέτη ή τη Διοίκηση εισάγοντας περιορισμούς που δεν προβλέπονται από τον νόμο.

Το κρίσιμο νομικό ζήτημα, επομένως, δεν ήταν εάν υφίστανται γενικότερες δημοσιονομικές δυσχέρειες, αλλά εάν υπάρχει ισχύουσα νομοθετική ή κανονιστική διάταξη που να απαγορεύει ή να περιορίζει τη χορήγηση της συγκεκριμένης άδειας. Από τα στοιχεία του φακέλου και το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο δεν προέκυπτε τέτοια διάταξη. Η μη έκδοση νέας εγκυκλίου μετά το σχολικό έτος 2021-2022 δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως σιωπηρή απαγόρευση, ούτε να οδηγήσει στη δημιουργία περιορισμού που δεν προβλέπεται από τον νόμο.

Πέραν των ανωτέρω, στην προκειμένη περίπτωση δεν προέκυπτε ούτε πραγματικό υπηρεσιακό κώλυμα. Η αιτούσα υπηρεσιακή άδεια με αποδοχές υπηρετεί κατά το σχολικό έτος 2026-2027 με απόσπαση σε άλλη Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης από εκείνη της οργανικής της. Η αρμόδια Διεύθυνση είχε ήδη βεβαιώσει εγγράφως ότι η ενδεχόμενη χορήγηση της αιτούμενης άδειας δεν επηρεάζει την εύρυθμη λειτουργία των σχολικών μονάδων της αρμοδιότητάς της. Επομένως, δεν τεκμηριωνόταν συγκεκριμένη υπηρεσιακή ανάγκη που να δικαιολογεί την απόρριψη του αιτήματος. Αντιθέτως, από τα στοιχεία του φακέλου προέκυπτε ότι η χορήγηση της άδειας δεν προκαλεί δυσλειτουργία στην υπηρεσία στην οποία η εκπαιδευτικός παρέχει σήμερα τις υπηρεσίες της.

Ιδιαίτερη σημασία είχε επίσης το γεγονός ότι η απάντηση του Υπουργείου δεν αποφαινόταν επί του κρίσιμου νομικού ζητήματος, δηλαδή αν είναι επιτρεπτή ή μη η χορήγηση υπηρεσιακής άδειας με αποδοχές στην εξεταζόμενη περίπτωση. Αντιθέτως, αναφερόταν σε διαφορετικό διοικητικό ζήτημα, χωρίς να παρέχει σαφή ερμηνευτική ή κανονιστική κατεύθυνση ως προς το αντικείμενο της υπόθεσης. Ως εκ τούτου, η συγκεκριμένη απάντηση δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι δεσμεύει την κρίση του Συμβουλίου ούτε ότι θεμελιώνει νόμιμο λόγο απόρριψης του αιτήματος.

Επιπλέον, από τα έγγραφα  (ΑΔΑ: 9ΒΧΩ46ΝΚΠΔ-02Μ, 9ΒΑΕ46ΝΚΠΔ-Υ1Α, 6Λ274653Π4-3Χ7, 6Η6Τ46ΝΚΠΔΟ4Λ, ΡΟΝΑ46ΝΚΠΔ-Γ1Α, 9ΣΧΞ46ΝΚΠΔ-7Φ3, ΨΛΠ746ΝΚΠΔ-3ΜΩ) που είχε προσκομίσει η αιτούσα προέκυπτε ότι σε αντίστοιχες περιπτώσεις είχαν ήδη χορηγηθεί άδειες υπηρεσιακής εκπαίδευσης με αποδοχές τόσο κατόπιν αποφάσεων ΑΠΥΣΔΕ όσο και με την έγκριση του Υπηρεσιακού Γραμματέα του ΥΠΑΙΘΑ. Το στοιχείο αυτό είχε ιδιαίτερη σημασία, διότι η Διοίκηση οφείλει να εφαρμόζει με συνέπεια την αρχή της ίσης μεταχείρισης και της ομοιόμορφης διοικητικής πρακτικής. Εφόσον είχαν ήδη αντιμετωπισθεί όμοιες περιπτώσεις με διαφορετικό τρόπο, τυχόν απόκλιση στην παρούσα υπόθεση θα απαιτούσε ειδική, σαφή και επαρκώς αιτιολογημένη τεκμηρίωση. Διαφορετικά, θα δημιουργούνταν ζήτημα άνισης μεταχείρισης χωρίς αντικειμενική δικαιολογητική βάση.

Το Υπηρεσιακό Συμβούλιο καλούνταν να αποφασίσει αποκλειστικά βάσει του Συντάγματος, του νόμου και των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υπόθεσης. Η κρίση του δεν μπορούσε να στηρίζεται σε υποθετικές δημοσιονομικές εκτιμήσεις ούτε σε περιορισμούς που δεν προβλέπονται από την κείμενη νομοθεσία.

Κατόπιν όλων των ανωτέρω, εκτίμησα ότι δεν συνέτρεχε νόμιμος λόγος απόρριψης της αίτησης της εκπαιδευτικού. Αντιθέτως, από το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, τα πραγματικά δεδομένα της υπόθεσης και τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου προέκυπτε ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση της αιτούμενης υπηρεσιακής άδειας με αποδοχές. Για τους λόγους αυτούς, τάχθηκα υπέρ της αποδοχής της αίτησης της εκπαιδευτικού και της χορήγησης της αιτούμενης άδειας, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.

Παρακαλώ όπως το παρόν έγγραφο καταχωριστεί αυτούσιο στα πρακτικά της συνεδρίασης της 21ης Ιουλίου 2026.

Διαφωνώ με την διακοπή της συνεδρίασης που προτείνει ο Πρόεδρος του ΑΠΥΣΔΕ κύριος Κόπτσης Αλέξανδρος.

Ο καταθέτων

Παπαχρήστου Δ. Βασίλειος

Αιρετό μέλος ΑΠΥΣΔΕ Κεντρικής Μακεδονίας

 

Με την τοποθέτησή μου επί της εισήγησης της διοίκησης συμφώνησε και ο άλλος αιρετός.



Την Παρασκευή 24 Ιουλίου 2026 συνεδρίασε εκ νέου το ΑΠΥΣΔΕ Κεντρικής Μακεδονίας με μοναδικό θέμα την εξέταση της αίτησης χορήγησης υπηρεσιακής άδειας με αποδοχές.

Στην παρούσα συνεδρίαση τοποθετήθηκα επί της νέας εισηγήσεως του Προέδρου του ΑΠΥΣΔΕ Κεντρικής Μακεδονίας.



Η τοποθέτησή μου αναλυτικά παρατίθεται παρακάτω:

ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗΣ 24ης Ιουλίου 2026

Αντίκρουση εισήγησης Προέδρου επί του αιτήματος χορήγησης άδειας υπηρεσιακής εκπαίδευσης με αποδοχές σε εκπαιδευτικό (σχολ. έτος 2026-2027)

Το παρόν υπόμνημα συνυπογράφει και ο άλλος αιρετός.

Ι. Εισαγωγική παρατήρηση

Η εισήγηση του Προέδρου αναγνωρίζει ρητώς ότι το αίτημα της συναδέλφου  είναι «νόμιμο», καταλήγει όμως σε πρόταση αρνητικής γνωμοδότησης, στηριζόμενη ουσιαστικά σε δύο άξονες: πρώτον, στην υποτιθέμενη έλλειψη τυπικής προϋπόθεσης λόγω μη έκδοσης Υπουργικής Απόφασης κατά το άρθρο 9 παρ. 1α ν. 2986/2002· δεύτερον, στον δυνητικό -όχι υποχρεωτικό- χαρακτήρα της χορήγησης κατά το άρθρο 58 ν. 3528/2007, ενισχυόμενο από εγκυκλίους, από επίκληση διαδικαστικών προθεσμιών του άρθρου 125 ν. 4926/2022 και από απαντητικό έγγραφο του Υ.ΠΑΙ.Θ.Α. περί «οικονομικής στενότητας». Στη συνέχεια αναπτύσσεται σημείο προς σημείο γιατί η συλλογιστική αυτή παρουσιάζει νομικά και λογικά κενά, με έρεισμα και σε πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, και γιατί το Συμβούλιο νομιμοποιείται -και κατ’ ορθή ερμηνεία οφείλει- να καταλήξει σε διαφορετική κρίση.

ΙΙ. Επί της «ελλείπουσας» Υπουργικής Απόφασης του άρθρου 9 παρ. 1α ν. 2986/2002

Η διάταξη αφορά μηχανισμό ετήσιου προγραμματισμού: τον καθορισμό, με Υπουργική Απόφαση κατόπιν γνώμης του Κ.Ε.Ε., του συνολικού αριθμού εκπαιδευτικών αδειών ανά βαθμίδα και αντικείμενο. Πρόκειται για εργαλείο μακροεπίπεδου σχεδιασμού/ποσόστωσης, όχι για προσωποπαγή προϋπόθεση παραδεκτού που πρέπει να συντρέχει σε κάθε μεμονωμένο αίτημα. Η ταύτιση των δύο επιπέδων (γενικού σχεδιασμού και ατομικού δικαιώματος αίτησης) δεν τεκμηριώνεται επαρκώς στην εισήγηση.

Ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί προϋπόθεση, τίθεται ζήτημα αρχής: η μη έκδοσή της επί σειρά ετών συνιστά παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας της ίδιας της Διοίκησης. Κατά πάγια αρχή του διοικητικού δικαίου, η Διοίκηση δεν μπορεί να επικαλείται προς βλάβη του διοικουμένου τη δική της αδράνεια. Αν η αναμονή της Υ.Α. καθιστούσε επ’ αόριστον ανενεργό το δικαίωμα υποβολής αιτήματος, τούτο θα οδηγούσε εν τοις πράγμασι σε κατάργηση νομοθετημένης ευχέρειας χωρίς νομοθετική πρόβλεψη προς τούτο -αποτέλεσμα αντίθετο στην αρχή νομιμότητας και χρηστής διοίκησης.

Η θέση αυτή δεν είναι απλώς θεωρητική, αλλά στηρίζεται, κατ’ αναλογία, σε πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας. Με την απόφαση ΣτΕ 1483/2023 (με ρητή παραπομπή σε ΣτΕ 2544/2013, 730/2010, 2224/2009 και ΣτΕ Ολ. 1849/2009) κρίθηκε ότι, όταν ο νόμος καθιερώνει αμέσως και ευθέως ένα δικαίωμα, αναθέτοντας στην προβλεπόμενη κανονιστική/διοικητική πράξη μόνο τη θέσπιση συμπληρωματικών κανόνων για τεχνικές λεπτομέρειες ή τους όρους άσκησης του δικαιώματος, δεν επιτρέπεται το δικαίωμα αυτό να καθίσταται στην ουσία ανενεργό λόγω παράλειψης έκδοσης της σχετικής πράξης· η παράλειψη αυτή είναι παράνομη και δεν μπορεί να αντιταχθεί στον δικαιούχο. Η νομολογία αυτή αφορά, ειδικότερα, ζήτημα μεταφοράς συντελεστή δόμησης, πλην όμως η αρχή που διατυπώνει είναι γενική και εφαρμόζεται αναλογικά και στην παρούσα υπόθεση: το άρθρο 58 ν. 3528/2007 θεμελιώνει αμέσως και ευθέως δικαίωμα υποβολής αιτήματος για άδεια υπηρεσιακής εκπαίδευσης, ενώ η ετήσια Υπουργική Απόφαση του άρθρου 9 §1α ν. 2986/2002 αφορά τον επιμέρους σχεδιασμό/ποσόστωση -η παράλειψη έκδοσής της δεν μπορεί, υπό το πρίσμα της αρχής αυτής, να καταργεί εν τοις πράγμασι το ίδιο το δικαίωμα.

ΙΙΙ. Εσωτερική αντίφαση στη συνδυαστική επίκληση δύο νομοθετημάτων

Η εισήγηση επικαλείται τον ν. 2986/2002 (άρ. 9 §1α) για να θεμελιώσει έλλειψη «βασικής προϋπόθεσης», και ταυτόχρονα τον ν. 3528/2007 (άρ. 58) για τον δυνητικό χαρακτήρα και τα κριτήρια αξιολόγησης -δεχόμενη μάλιστα ότι το άρ. 58 εφαρμόζεται συμπληρωματικά ακριβώς επειδή δεν έχει εκδοθεί το Π.Δ. της περ. στ΄, δηλαδή λόγω κενού στο ειδικό νομοθέτημα. Αν όμως η νομοθετική κάλυψη αντλείται εν τέλει από τον Υπαλληλικό Κώδικα λόγω αυτού του κενού, η ίδια λογική θα έπρεπε να ισχύει ενιαία: είτε εφαρμόζεται πλήρως το ειδικό καθεστώς του ν. 2986/2002 (οπότε εκεί θα αναζητούνταν και τα κριτήρια), είτε εφαρμόζεται το άρ. 58 ν. 3528/2007 ως πλήρες πλαίσιο κάλυψης του κενού, οπότε δεν είναι συνεπές να επανεισάγεται παράλληλα, ως ανασταλτικός όρος, μια προϋπόθεση που ανήκει σε διαφορετικό υποσύστημα σχεδιασμού. Η επιλεκτική άθροιση του αυστηρότερου στοιχείου από κάθε νομοθέτημα, πάντοτε προς την ίδια κατεύθυνση απόρριψης, αποδυναμώνει τη συνοχή του συλλογισμού.

Η τακτική αυτή αντίκειται στην αρχή της χρηστής διοίκησης και στην αρχή της συστηματικής ερμηνείας των κανόνων δικαίου, που απαγορεύει την επιλεκτική και αντιφατική εφαρμογή διατάξεων, και συνιστά καταχρηστική άσκηση διακριτικής ευχέρειας λόγω αντιφατικής και πλημμελούς αιτιολογίας.

IV. Επί του άρθρου 125 ν. 4926/2022: διάταξη χρονικού προγραμματισμού, όχι πρόσθετη ουσιαστική προϋπόθεση

Το άρθρο 125 (Προγραμματισμός χορήγησης αδειών σε εκπαιδευτικούς και μέλη Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού – Ειδικού Βοηθητικού Προσωπικού της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης) του ν. 4926/2022 (ΦΕΚ 82 Α΄/20.04.2022) ορίζει: «Αιτήσεις εκπαιδευτικών και μελών του Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού (Ε.Ε.Π.) και του Ειδικού Βοηθητικού Προσωπικού (Ε.Β.Π.) της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης για τη χορήγηση, με ή χωρίς αποδοχές, μακροχρόνιων, πλέον των είκοσι (20) ημερών, αδειών σχετικών με την ανατροφή τέκνων, την ειδική προστασία της οικογένειας και της μητρότητας, τις διευκολύνσεις για οικογενειακούς λόγους, την υπηρεσιακή εκπαίδευση, την ολοκλήρωση μεταπτυχιακών σπουδών και την ανάγκη προσωρινής εγκατάστασης στο εξωτερικό υποβάλλονται το αργότερο έως την 31η Μαΐου εκάστου έτους, η απόφαση χορήγησής τους εκδίδεται το αργότερο έως την 30ή Ιουνίου, και αφορά σε χρονικό διάστημα εντός του αμέσως επόμενου σχολικού έτους. Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται αν α) η ιδιότητα του εκπαιδευτικού ή μέλους Ε.Ε.Π. ή μέλους Ε.Β.Π. αποκτάται μετά την 31η Μαΐου, β) είναι αντικειμενικά αδύνατος ο προγραμματισμός του χρονικού διαστήματος, στο οποίο αφορά η αιτούμενη άδεια, όπως σε περιπτώσεις που δικαιολογούνται από λόγους υγείας ή από άλλους εξαιρετικούς λόγους που ανακύπτουν μετά την 31η Μαΐου και γ) οι εκπαιδευτικοί ή τα μέλη Ε.Ε.Π. ή τα μέλη Ε.Β.Π. έχουν αποσπαστεί σε εξωδιδακτικές θέσεις.»

Όπως προκύπτει ήδη από τον ίδιο τον τίτλο του άρθρου, πρόκειται αποκλειστικά για διάταξη χρονικού προγραμματισμού της διαδικασίας: καθορίζει πότε υποβάλλεται η αίτηση (έως 31 Μαΐου) και πότε εκδίδεται η απόφαση (έως 30 Ιουνίου), ώστε η Διοίκηση να προγραμματίζει έγκαιρα το επόμενο σχολικό έτος. Δεν εισάγει καμία πρόσθετη ουσιαστική προϋπόθεση παραδεκτού ή βασιμότητας του αιτήματος, πέραν όσων ήδη προβλέπει το άρθρο 58 ν. 3528/2007.

Ιδιαίτερη σημασία έχει το δεύτερο εδάφιο, το οποίο προβλέπει ρητές εξαιρέσεις από την αυστηρή τήρηση των ανωτέρω προθεσμιών, μεταξύ άλλων όταν «είναι αντικειμενικά αδύνατος ο προγραμματισμός του χρονικού διαστήματος, στο οποίο αφορά η αιτούμενη άδεια, όπως σε περιπτώσεις που δικαιολογούνται από λόγους υγείας ή από άλλους εξαιρετικούς λόγους που ανακύπτουν μετά την 31η Μαΐου». Η πρόβλεψη αυτή καταδεικνύει ότι ο ίδιος ο νομοθέτης αναγνωρίζει πως ο χρονικός προγραμματισμός δεν λειτουργεί ως απόλυτο και άκαμπτο εμπόδιο όταν συντρέχουν ουσιαστικοί λόγοι. Κατά μείζονα λόγο, επομένως, μια διάταξη προγραμματισμού δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως επιχείρημα αποκλεισμού ουσιαστικά νόμιμου αιτήματος, ιδίως όταν -όπως αναλύθηκε στην Ενότητα ΙΙ- η όποια καθυστέρηση ή έλλειψη προγραμματιστικής πράξης δεν οφείλεται στην αιτούσα αλλά στην ίδια τη Διοίκηση.

V. Διακριτική ευχέρεια χωρίς εξατομικευμένη αιτιολογία – ρητή νομοθετική επιταγή

Το άρ. 58 §2 ν. 3528/2007 δεν αφήνει τη χορήγηση σε αναιτιολόγητη κρίση, αλλά την προσδιορίζει βάσει τριών κριτηρίων: συνάφειας της εκπαίδευσης με το αντικείμενο υπηρεσίας, υπηρεσιακής επίδοσης, και γνώσεων της υπαλλήλου. Η εισήγηση δεν εξετάζει κανένα από τα τρία αυτά στοιχεία για τη συγκεκριμένη περίπτωση· στηρίζει την άρνηση αποκλειστικά σε τυπικό λόγο άσχετο με την αξία ή συνάφεια της συγκεκριμένης μεταπτυχιακής εκπαίδευσης.

Το σημείο αυτό δεν είναι απλώς ερμηνευτικό ζήτημα, αλλά ρητή επιταγή του ίδιου του νόμου: η παρ. 3 του άρθρου 58 ν. 3528/2007 ορίζει αυτολεξεί ότι η άρνηση χορήγησης της άδειας πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς. Δεν πρόκειται, δηλαδή, για διοικητική πρακτική ή για ερμηνευτική οδηγία, αλλά για ρητή διάταξη τυπικού νόμου, η οποία δεσμεύει άμεσα το υπηρεσιακό συμβούλιο. Απόρριψη αιτήματος με γενική, αφηρημένη αιτιολογία, στηριζόμενη σε θεσμικά/διαδικαστικά επιχειρήματα άσχετα με το πρόσωπο και τα προσόντα της συγκεκριμένης αιτούσας, δεν πληροί την απαίτηση αυτή και εκθέτει την απορριπτική γνωμοδότηση σε ακυρότητα λόγω πλημμελούς αιτιολογίας.

Ενισχυτικά αναφέρεται ότι η ίδια επιταγή περιλαμβάνεται, με πανομοιότυπη διατύπωση, και στην επίσημη περιγραφή της διαδικασίας στο Εθνικό Μητρώο Διοικητικών Διαδικασιών (mitos.gov.gr) -όπου μάλιστα επαναλαμβάνεται δύο φορές, τόσο ως προϋπόθεση της εξέτασης όσο και ως στάδιο της διαδικασίας- γεγονός που επιβεβαιώνει ότι πρόκειται για πάγια, αναγνωρισμένη από την ίδια τη Διοίκηση, νόμιμη απαίτηση.

Η διακριτική αυτή ευχέρεια δεν είναι, εξάλλου, απεριόριστη ούτε ανεξέλεγκτη: δεν επιτρέπει την εκ των προτέρων κατηγορηματική απόρριψη μιας ολόκληρης κατηγορίας αιτημάτων χωρίς προηγούμενη εξατομικευμένη αξιολόγηση. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι εάν το Συμβούλιο επιθυμεί, κατ’ αρχήν, να χορηγεί άδειες υπηρεσιακής εκπαίδευσης, αλλά εάν δύναται να αρνηθεί την εξέταση ενός νόμιμα υποβληθέντος αιτήματος αποκλειστικά και μόνο λόγω μη έκδοσης κανονιστικής πράξης ή λόγω ερμηνευτικών οδηγιών της Διοίκησης.

VI. Επί της δεσμευτικότητας της απάντησης του Υ.ΠΑΙ.Θ.Α.

Η ίδια η εισήγηση αναγνωρίζει ρητώς ότι κάθε υπηρεσιακό συμβούλιο «αποτελεί ιδιαίτερη αρχή, που διέπεται από λειτουργική ανεξαρτησία και ανεξαρτησία της κρίσης του» και δεν δεσμεύεται από αποφάσεις άλλων συλλογικών οργάνων. Η ίδια αρχή αυτοτέλειας κρίσης πρέπει, για λόγους συνέπειας, να ισχύσει και έναντι της ερμηνευτικής θέσης του Υ.ΠΑΙ.Θ.Α.: πρόκειται για γνώμη διοικητικής αρχής επί ερωτήματος, όχι για δεσμευτική δικαστική ερμηνεία του νόμου. Το με αρ. πρωτ. 99719/Ε3/23-07-2026 έγγραφο περιορίζεται, εξάλλου, σε λακωνική παράθεση διατάξεων, χωρίς αναλυτική αιτιολόγηση του λόγου αποκλεισμού εφαρμογής του άρ. 58 ν. 3528/2007 στη συγκεκριμένη περίπτωση.

  1. Νομική φύση του εγγράφου – δεν είναι «εντολή», είναι ερμηνευτική άποψη. Το έγγραφο 99719/Ε3/23-07-2026 δεν είναι κανονιστική πράξη ούτε ατομική διοικητική πράξη δεσμευτική erga omnes· είναι απάντηση/ερμηνευτική εγκύκλιος επί ερωτήματος. Κατά πάγια νομολογία (ΣτΕ 8721/1992, 2987/1994), η αρχή της νομιμότητας συνεπάγεται ότι η Διοίκηση δεσμεύεται από το Σύνταγμα, τον νόμο και τις κανονιστικές πράξεις που εκδίδονται βάσει νομοθετικής εξουσιοδότησης -όχι από εγκυκλίους. Και κατά τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 788/2019), η εγκύκλιος εξαντλεί τη δεσμευτική της ισχύ μέσα στα πλαίσια της Διοίκησης και δεν έχει ισχύ νόμου. Δηλαδή: ακόμη κι αν ο Πρόεδρος ως προϊστάμενος υπάλληλος οφείλει διοικητικά να λαμβάνει υπόψη το έγγραφο, αυτό δεν μεταβάλλει τον νομικό χαρακτήρα του σε δεσμευτικό κανόνα δικαίου που υπερισχύει του ίδιου του νόμου.
  2. «Νόμος υπερισχύει εγκυκλίου». Αν η ερμηνεία που περιέχεται στο έγγραφο είναι εσφαλμένη ως προς την ορθή εφαρμογή του άρθρου 58 ν. 3528/2007, τότε η εφαρμογή της θα καθιστούσε την ίδια τη γνωμοδότηση του Συμβουλίου παράνομη -ακριβώς επειδή ο νόμος υπερισχύει της εγκυκλίου, όχι το αντίστροφο. Το γεγονός ότι η εγκύκλιος προέρχεται από «προϊσταμένη αρχή» οργανώνει μια εσωτερική διοικητική ιεραρχία επικοινωνίας, δεν μετατρέπει όμως μια εσφαλμένη ερμηνεία σε δεσμευτικό δίκαιο.
  3. Ο ιεραρχικός έλεγχος δεν εφαρμόζεται στην κρίση συλλογικού γνωμοδοτικού οργάνου με τον ίδιο τρόπο που εφαρμόζεται σε υφιστάμενο μονομελές όργανο. Εδώ ισχύει ό,τι ήδη επικαλείται η ίδια η εισήγηση: το ΑΠΥΣΔΕ έχει λειτουργική ανεξαρτησία κρίσης. Αν αυτή η ανεξαρτησία αρκεί για να μη δεσμεύεται το Συμβούλιο από απόφαση άλλου υπηρεσιακού συμβουλίου, τότε κατά μείζονα λόγο δεν δεσμεύεται από ερμηνευτική άποψη διοικητικής αρχής επί ερωτήματος -που δεν είναι καν όργανο κρίσης επί της συγκεκριμένης υπόθεσης.
  4. Αν ίσχυε αυτό που υποστηρίζεται, η ίδια η θεσμοθέτηση της «σύμφωνης γνώμης» του Συμβουλίου θα ήταν περιττή. Το άρθρο 58 παρ. 2 απαιτεί ρητά κρίση του Συμβουλίου επί της συνάφειας, της επίδοσης και των γνώσεων της υπαλλήλου. Αν αρκούσε μια εγκύκλιος ερμηνεία της προϊσταμένης αρχής για να προδικάσει το αποτέλεσμα, ο νόμος δεν θα χρειαζόταν να προβλέψει καθόλου τη διαδικασία γνωμοδότησης του συλλογικού οργάνου -θα αρκούσε μονομερής απόφαση του Υπουργείου.

VII. Το πραγματικό νομοθετικό έρεισμα περί «οικονομικής στενότητας»: κρίσιμη διάκριση

Οι εγκύκλιοι του 2020-2021 και το απαντητικό έγγραφο του 2026 επικαλούνται δημοσιονομικούς λόγους. Κρίσιμη νομική διάκριση, ωστόσο, αφορά το πραγματικό περιεχόμενο της μοναδικής ενεργού σήμερα δημοσιονομικής διάταξης που άπτεται του θέματος: του ν. 4093/2012, άρθρο πρώτο, υποπαράγραφος Γ.1, παρ. 11.

Η διάταξη αυτή προβλέπει ρητώς ότι από 1.1.2013 καταργείται η προσαύξηση αποδοχών (ο διπλασιασμός του βασικού μισθού) της παρ. 5 του άρ. 58 ν. 3528/2007 για όσους λαμβάνουν άδεια υπηρεσιακής εκπαίδευσης στο εσωτερικό, ενώ για την εκπαίδευση στο εξωτερικό προβλέπει ότι η προσαύξηση υπολογίζεται μόνο επί του βασικού μισθού. Με άλλα λόγια: η διάταξη καταργεί ή περιορίζει μία συγκεκριμένη μισθολογική προσαύξηση που συνόδευε την άδεια -δεν καταργεί, ούτε περιορίζει, την ίδια την άδεια με τις κανονικές αποδοχές του υπαλλήλου, η οποία εξακολουθεί να θεμελιώνεται αυτοτελώς στο άρ. 58 §§1-4 ν. 3528/2007.

Η ταύτιση, επομένως, της κατάργησης μιας ειδικής μισθολογικής προσαύξησης (2013) με γενική απαγόρευση χορήγησης άδειας με κανονικές αποδοχές δεν βρίσκει κανένα έρεισμα στο γράμμα του νόμου. Ο νομοθέτης, όπου θέλησε να αναστείλει πλήρως τη χορήγηση αδειών με αποδοχές, το έπραξε ρητώς και για ορισμένο χρόνο (άρ. 4 ν. 4210/2013, με ισχύ 21-11-2013 έως 31-12-2014, προ πολλού εκλείπον). Η απουσία αντίστοιχης ρητής και ενεργού νομοθετικής αναστολής σήμερα δεν μπορεί να αναπληρωθεί από διοικητική εγκύκλιο ή ερμηνευτικό έγγραφο χωρίς νομοθετικό έρεισμα, ιδίως όταν η μόνη πραγματική νομοθετική διάταξη περί δημοσιονομικού περιορισμού (ν. 4093/2012) αφορά ρητώς άλλο, στενότερο ζήτημα (μισθολογική προσαύξηση), και όχι την ίδια την άδεια.

Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται περαιτέρω και από επίσημη πηγή: στην εξαντλητική παράθεση της ισχύουσας νομοθεσίας για τη συγκεκριμένη διαδικασία στο Εθνικό Μητρώο Διοικητικών Διαδικασιών (τελευταία ενημέρωση 09/04/2025) περιλαμβάνονται μόνον ο ν. 4093/2012, ο ν. 3528/2007 (άρ. 58), δύο Υπουργικές Αποφάσεις (ΔΙΔΑΔ/Φ.53Β/687/43403/2018 και ΔΙΔΑΔ/Φ.53/1379/οικ.4727/2008) και τρεις εγκύκλιοι (ΔΙΔΑΔ/Φ.69/117/οικ.11102/2020, ΔΙΔΑΔ/Φ.69/98/38803/2018, ΔΙΔΑΔ/Φ.51/590/οικ.14346/2008), όλες σχετικές με διαδικαστικά ζητήματα. Πουθενά στην επίσημη αυτή, επικαιροποιημένη καταγραφή δεν εμφανίζονται οι εγκύκλιοι 82036/Ε3/2020 και 89856/Ε3/2021 που επικαλείται η εισήγηση ως βάση της άρνησης λόγω «οικονομικής στενότητας». Το γεγονός ότι το ίδιο το επίσημο Μητρώο του Δημοσίου δεν τις αναγνωρίζει ως μέρος του ισχύοντος κανονιστικού πλαισίου της διαδικασίας ενισχύει την εκτίμηση ότι πρόκειται για εσωτερικές διοικητικές οδηγίες περιορισμένης βαρύτητας και όχι για μέρος του θεσμοθετημένου, δεσμευτικού πλαισίου εφαρμογής του άρ. 58 ν. 3528/2007.

VIII. Επί του επιχειρήματος περί άδειας άνευ αποδοχών (ν. 1566/1985)

Η επίκληση της δυνατότητας χορήγησης άδειας άνευ αποδοχών δεν απαντά στο ερώτημα αν οφείλεται άδεια ΜΕ αποδοχές βάσει αυτοτελούς διάταξης (άρ. 58 ν. 3528/2007). Πρόκειται για δύο διακριτά, μη αλληλοαποκλειόμενα καθεστώτα: η ύπαρξη μηχανισμού άδειας άνευ αποδοχών δεν καταργεί ούτε υποκαθιστά την αυτοτελή δυνατότητα χορήγησης άδειας με αποδοχές, εφόσον συντρέχουν τα κατά νόμο κριτήρια της τελευταίας. Όταν υπάλληλος υποβάλλει αίτημα για άδεια με αποδοχές, η Υπηρεσία οφείλει να εξετάσει αποκλειστικά αν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 58, χωρίς να παραπέμπει την αιτούσα σε άλλο, διαφορετικό νομικό καθεστώς.

IX. Επί του επιχειρήματος περί δεδικασμένου – ζήτημα ίσης μεταχείρισης

Ορθώς επισημαίνεται ότι απόφαση άλλου υπηρεσιακού συμβουλίου δεν παράγει τυπικό δεδικασμένο δεσμευτικό για το ΑΠΥΣΔΕ Κεντρικής Μακεδονίας. Ωστόσο, η επίκληση αποφάσεων άλλων Περιφερειακών Διευθύνσεων που φέρονται να έχουν χορηγήσει αντίστοιχες άδειες θέτει, πέραν του τυπικού ζητήματος δεσμευτικότητας, ουσιαστικό ζήτημα συνεπούς και ίσης εφαρμογής του δικαίου σε όμοιες περιπτώσεις, συνδεόμενο με τη συνταγματική αρχή της ισότητας (άρ. 4 Σ.) και την αρχή της χρηστής διοίκησης. Η απουσία τυπικής δέσμευσης δεν απαλλάσσει το Συμβούλιο από την υποχρέωση να συνεκτιμήσει και να σχολιάσει ειδικώς μια τυχόν απόκλιση από την πρακτική άλλων υπηρεσιακών οργάνων επί ομοειδών αιτημάτων.

X. Συνολική αποτίμηση

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η εισήγηση, μολονότι αναγνωρίζει τη νομιμότητα του αιτήματος, στηρίζει την αρνητική πρότασή της σε συλλογισμό που:

  • συγχέει έναν μηχανισμό γενικού προγραμματισμού (άρ. 9 §1α ν. 2986/2002) με ατομική προϋπόθεση παραδεκτού, κατά παράβαση και της αρχής που καθιερώνει, κατ’ αναλογία, η νομολογία του ΣτΕ (1483/2023 κ.ά.) περί μη δυνατότητας κατάργησης εν τοις πράγμασι ευθέως θεσπισμένου δικαιώματος λόγω παράλειψης έκδοσης συμπληρωματικής κανονιστικής πράξης·
  • συνδυάζει επιλεκτικά διατάξεις από δύο διαφορετικά νομοθετήματα κατά τρόπο μη εσωτερικά συνεπή·
  • αποδίδει στη διαδικαστική προθεσμία του άρθρου 125 ν. 4926/2022 βαρύτητα ουσιαστικής προϋπόθεσης που η ίδια η διάταξη δεν έχει, παραβλέποντας μάλιστα ότι ο ίδιος ο νομοθέτης προβλέπει ρητές εξαιρέσεις από αυτήν·
  • παραλείπει την εξατομικευμένη εξέταση των κριτηρίων της παρ. 2 του άρ. 58 ν. 3528/2007, κατά παράβαση της ρητής νομοθετικής επιταγής της παρ. 3 του ίδιου άρθρου περί «ειδικής αιτιολόγησης» κάθε άρνησης·
  • αποδίδει σε ερμηνευτική θέση του Υ.ΠΑΙ.Θ.Α. δεσμευτικότητα που η ίδια η εισήγηση αρνείται σε αντίστοιχες γνώμες άλλων οργάνων·
  • ταυτίζει εσφαλμένα την κατάργηση μιας ειδικής μισθολογικής προσαύξησης (ν. 4093/2012) με γενική απαγόρευση χορήγησης άδειας με αποδοχές, χωρίς τέτοιο νομοθετικό έρεισμα να υφίσταται σήμερα -έρεισμα που, εξάλλου, απουσιάζει και από την επίσημη καταγραφή της ισχύουσας νομοθεσίας στο Εθνικό Μητρώο Διοικητικών Διαδικασιών.

ΧΙ. ΠΡΟΤΑΣΗ ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗ ΣΤΑ ΠΡΑΚΤΙΚΑ

Κατόπιν των ανωτέρω, διατυπώσαμε κατά τη συνεδρίαση της 24ης Ιουλίου 2026 την ακόλουθη γνώμη επί του θέματος, την οποία και καταθέτουμε εγγράφως προς καταχώριση στα πρακτικά της συνεδρίασης του ΑΠΥΣΔΕ Κεντρικής Μακεδονίας:

«Διαφωνούμε με την εισήγηση του Προέδρου περί αρνητικής γνωμοδότησης επί του αιτήματος της εκπαιδευτικού για χορήγηση άδειας υπηρεσιακής εκπαίδευσης με αποδοχές για το σχολικό έτος 2026-2027. Η εισήγηση αναγνωρίζει η ίδια τη νομιμότητα του αιτήματος, πλην όμως η αρνητική πρότασή της στηρίζεται σε επιχειρήματα που δεν ευσταθούν νομικά: (α) η απουσία της ετήσιας Υπουργικής Απόφασης του άρ. 9 §1α ν. 2986/2002 συνιστά παράλειψη της ίδιας της Διοίκησης, η οποία, κατ’ αναλογία της αρχής που έχει διατυπωθεί από την πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ 1483/2023, 2544/2013, 730/2010, 2224/2009, Ολ. 1849/2009), δεν μπορεί να αντιταχθεί εις βάρος της αιτούσας ούτε να καθιστά ανενεργό δικαίωμα που ο νόμος θεσπίζει αμέσως και ευθέως· (β) το άρθρο 125 ν. 4926/2022 αφορά αποκλειστικά τον χρονικό προγραμματισμό της διαδικασίας και όχι πρόσθετη ουσιαστική προϋπόθεση, όπως καταδεικνύει και η πρόβλεψη ρητών εξαιρέσεων στην ίδια διάταξη· (γ) το άρ. 58 ν. 3528/2007 θεμελιώνει αυτοτελώς δικαίωμα υποβολής αιτήματος, εξεταστέο βάσει των εξατομικευμένων κριτηρίων συνάφειας, επίδοσης και γνώσεων, τα οποία η εισήγηση ουδόλως εξέτασε, κατά παράβαση και της ρητής επιταγής της παρ. 3 του ίδιου άρθρου περί ειδικής αιτιολόγησης κάθε άρνησης· (δ) οι επικαλούμενες εγκύκλιοι και το απαντητικό έγγραφο του Υ.ΠΑΙ.Θ.Α. δεν αποτελούν δεσμευτικές πηγές δικαίου ικανές να περιορίσουν δικαίωμα απορρέον από τυπικό νόμο, ούτε καν περιλαμβάνονται στην επίσημη καταγραφή της ισχύουσας νομοθεσίας της διαδικασίας από το Εθνικό Μητρώο Διοικητικών Διαδικασιών· (ε) η μόνη ενεργός δημοσιονομική διάταξη περί περιορισμού (ν. 4093/2012, άρ. πρώτο, υποπαρ. Γ.1, παρ. 11) αφορά αποκλειστικά την κατάργηση συγκεκριμένης μισθολογικής προσαύξησης και όχι την ίδια την άδεια με αποδοχές. Ψηφίσαμε, συνεπώς, υπέρ της θετικής γνωμοδότησης για τη χορήγηση της αιτούμενης άδειας υπηρεσιακής εκπαίδευσης με αποδοχές στην αιτούσα, κατόπιν εξέτασης και διαπίστωσης της συνδρομής των κριτηρίων του άρ. 58 §2 ν. 3528/2007 στο πρόσωπό της, και αιτούμαστε την καταχώριση της παρούσας γνώμης μας στα πρακτικά της συνεδρίασης.»

Παρακαλούμε όπως το παρόν έγγραφο καταχωριστεί αυτούσιο στα πρακτικά της συνεδρίασης της 24ης Ιουλίου 2026.



Σημείωσα δε και τα εξής:

Η συνεδρίαση της Τρίτης 21 Ιουλίου 2026 διεκόπη κατόπιν πρότασης του προέδρου του Υπηρεσιακού Συμβουλίου, μειοψηφούντος του αιρετού Παπαχρήστου Δ. Βασιλείου.

Ο λόγος της διακοπής, σύμφωνα με τον πρόεδρο του ΑΠΥΣΔΕ Κεντρικής Μακεδονίας, ήταν προκειμένου να ληφθεί απάντηση από το Υπουργείο επί του ερωτήματος που θα ετίθετο εκ νέου· επρόκειτο, ωστόσο, για πρόταση του ίδιου του προέδρου και όχι για πρόταση των αιρετών. Εξάλλου, όταν ζητήθηκε η διακοπή της συνεδρίασης, είχε ήδη διαμορφωθεί πλειοψηφία υπέρ της χορήγησης της υπηρεσιακής άδειας με αποδοχές τρία μέλη συνολικά είχαν ψηφίσει θετικά υπέρ της χορήγησής της. Ουδείς εκ των αιρετών είχε, συνεπώς, λόγο να ζητήσει τη διακοπή της συνεδρίασης του ΑΠΥΣΔΕ.

Πέρυσι, στη συνεδρίαση του ΑΠΥΣΔΕ επί του ιδίου θέματος, δηλαδή της χορήγησης υπηρεσιακής άδειας με αποδοχές σε εκπαιδευτικό, η απόρριψη της αίτησης δεν ήταν ομόφωνη. Μειοψήφησε ο αιρετός Παπαχρήστου Δ. Βασίλειος, ο οποίος ψήφισε θετικά προκειμένου να της χορηγηθεί υπηρεσιακή άδεια με αποδοχές.

Το γεγονός ότι ο αιρετός Παπαχρήστου Δ. Βασίλειος ασχολήθηκε διεξοδικά και ενδελεχώς με την υπόθεση αυτή, μελετώντας την κείμενη νομοθεσία, θα έπρεπε να αποτελεί τιμή για το Υπηρεσιακό Συμβούλιο, και όχι λόγο στοχοποίησής του επειδή ασχολήθηκε περισσότερο από την ίδια την ενδιαφερομένη όπως ειπώθηκε. Εξάλλου, το να ασκεί ο αιρετός τα καθήκοντά του με τον καλύτερο δυνατό τρόπο αποτελεί υποχρέωσή του και συγκαταλέγεται στα θετικά στοιχεία του.



Τελικά πλειοψηφικά (τρεις αρνήθηκαν τη χορήγηση της υπηρεσιακής άδειας με αποδοχές και δύο ψήφισαν θετικά στη χορήγηση υπηρεσιακής άδειας με αποδοχές) το ΑΠΥΣΔΕ Κεντρικής Μακεδονίας απέρριψε τη χορήγηση υπηρεσιακής άδειας με αποδοχές.



Οι απόψεις μου έχουν κατατεθεί στις δύο συνεδριάσεις και βρίσκονται αποτυπωμένες στα πρακτικά.

Μπορείτε βεβαίως να ανατρέξετε σε επιμέρους αναρτήσεις για το θέμα της χορήγησης υπηρεσιακής άδειας με αποδοχές.

8ο Ενημερωτικό Σημείωμα Συνεδρίασης ΑΠΥΣΔΕ 24_07_2026

Μοιράστε το άρθρο

Facebook
Twitter
Linkedin
Pinterest

Σχολιάστε